Δεκαετίες πριν γίνει αντικείμενο αμέτρητων αναγνώσεων, διασκευών και ακαδημαϊκών αναλύσεων, η «Οδύσσεια» ήταν πάνω απ' όλα μια ιστορία για έναν άνθρωπο που προσπαθεί να επιστρέψει σπίτι. Σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια αργότερα, ο Christopher Nolan αποφασίζει να αναμετρηθεί με αυτό το θεμελιώδες αφήγημα, όχι για να το μεταφέρει αυτούσιο στη μεγάλη οθόνη, αλλά για να αναζητήσει μέσα του τις ίδιες εμμονές που διατρέχουν ολόκληρη τη φιλμογραφία του: τον χρόνο, τη μνήμη, την ενοχή και την ανθρώπινη ανάγκη να βρει ξανά τον προορισμό της.
Μετά το σαρωτικό "Oppenheimer", ο Βρετανός σκηνοθέτης κάνει μια επιλογή που μοιάζει σχεδόν αναμενόμενη για εκείνον. Αν κάτι χαρακτηρίζει τον Nolan από το "Memento" μέχρι το "Interstellar" και το "Dunkirk", είναι η διαρκής του επιθυμία να μετατρέπει τις μεγάλες ιδέες σε βιωματικό κινηματογράφο. Αυτή τη φορά, το υλικό του δεν προέρχεται από την επιστήμη ή την ιστορία, αλλά από το αρχαιότερο ίσως αφήγημα που εξακολουθεί να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το ταξίδι, την απώλεια και την επιστροφή.
Η μεγαλύτερη έκπληξη του "The Odyssey" είναι πως δεν προσπαθεί στιγμή να εντυπωσιάσει με την αρχαιοπρέπειά του. Αντίθετα, η ταινία απογυμνώνει τον μύθο από κάθε περιττή επιτήδευση και τον αντιμετωπίζει ως μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία. Οι θεοί παραμένουν παρόντες, όμως η επιρροή τους λειτουργεί περισσότερο σαν μια αόρατη δύναμη που πλανάται πάνω από τους χαρακτήρες παρά ως ορατή παρέμβαση στην εξέλιξη της δράσης. Το επίκεντρο βρίσκεται διαρκώς στον άνθρωπο και στις συνέπειες των επιλογών του.
Αυτή η προσέγγιση καθορίζει και τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται ο Οδυσσέας. Ο Matt Damon αποφεύγει κάθε ίχνος ηρωισμού που θα έκανε τον χαρακτήρα να μοιάζει απρόσιτος. Ο δικός του Βασιλιάς της Ιθάκης είναι κουρασμένος, σημαδεμένος από τον πόλεμο, ένας άνδρας που κουβαλά μαζί του πολύ περισσότερα από την επιθυμία να γυρίσει στην πατρίδα. Στο βλέμμα του διακρίνεται η εξάντληση ενός ανθρώπου που έχει επιβιώσει, αλλά δεν είναι βέβαιος αν μπορεί ακόμη να ζήσει όπως πριν. Είναι ίσως η πιο ώριμη ερμηνεία του Damon εδώ και πολλά χρόνια. Χωρίς εξάρσεις, χωρίς θεατρικότητα, αφήνει τις σιωπές να αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία από τους διαλόγους. Ο Nolan γνωρίζει καλά πως η δύναμη του ήρωά του δεν βρίσκεται στις μάχες που κερδίζει, αλλά σε εκείνες που εξακολουθεί να δίνει μέσα του. Ιδιαίτερη μνεία στον Tom Holland, ο οποίος ως Τηλέμαχος, αποδεικνύει για ακόμη μία φορά ότι αναζητά συνειδητά ρόλους που τον απομακρύνουν από την περσόνα που τον καθιέρωσε. Η σχέση πατέρα και γιου εξελίσσεται σταδιακά σε έναν από τους σημαντικότερους άξονες της αφήγησης, προσφέροντας στην ταινία τις πιο συναισθηματικά φορτισμένες στιγμές της.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ταινίας είναι και ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει τις γυναικείες μορφές του ομηρικού έπους. Χωρίς να επιχειρεί μια επιφανειακή «εκσυγχρονισμένη» ανάγνωσή τους, ο Nolan τους δίνει ουσιαστικό δραματουργικό χώρο, αναδεικνύοντας τον ρόλο τους πέρα από τη σχέση τους με τον Οδυσσέα. Η Πηνελόπη δεν είναι απλώς το σύμβολο της υπομονής, αλλά μια γυναίκα που καλείται να διαχειριστεί την εξουσία, την αβεβαιότητα και την ευθύνη μιας ολόκληρης κοινωνίας. Αντίστοιχα, πρόσωπα όπως η Κίρκη και η Καλυψώ παρουσιάζονται με μεγαλύτερη πολυπλοκότητα, αποφεύγοντας τις μονοδιάστατες ερμηνείες του «πειρασμού» ή της «μοιραίας γυναίκας». Είναι χαρακτήρες με δικά τους κίνητρα, επιθυμίες και αντιφάσεις, που επηρεάζουν ουσιαστικά την πορεία του ήρωα, χωρίς να λειτουργούν αποκλειστικά ως αφηγηματικά εμπόδια.
Για πάντα Nolan
Αν όμως υπάρχει ένα στοιχείο που δύσκολα μπορεί να αμφισβητήσει κανείς, αυτό είναι η τεχνική αρτιότητα της παραγωγής. Ο καταξιωμένος σκηνοθέτης των πολλών αριστουργημάτων εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη μεγάλη οθόνη ως εμπειρία που δεν μπορεί να αναπαραχθεί αλλού. Κάθε κάδρο μοιάζει σχεδιασμένο για να αναδειχθεί στο μέγιστο δυνατό μέγεθος, κάτι που γίνεται ακόμη πιο εμφανές στις σκηνές που εκτυλίσσονται στη θάλασσα. Η φωτογραφία του Hoyte van Hoytema αποτελεί από μόνη της λόγο για να δει κανείς την ταινία στη μεγαλύτερη διαθέσιμη αίθουσα. Αντί να αναζητήσει την εξιδανικευμένη εικόνα της αρχαιότητας, δημιουργεί έναν κόσμο σχεδόν απτό, γεμάτο φυσικό φως, ακατέργαστα τοπία και θάλασσες που μοιάζουν άλλοτε λυτρωτικές και άλλοτε απειλητικές. Η επιλογή των φυσικών τοποθεσιών ενισχύει αυτή την αίσθηση αυθεντικότητας, απομακρύνοντας την ταινία από την ψηφιακή αισθητική που χαρακτηρίζει πολλές σύγχρονες υπερπαραγωγές.
Ο Nolan παραμένει πιστός στη φιλοσοφία που ακολουθεί εδώ και χρόνια, προτιμώντας πρακτικά εφέ και πραγματικές κατασκευές όπου αυτό είναι εφικτό. Το αποτέλεσμα είναι μια εικόνα που διαθέτει βάθος και υλικότητα, στοιχεία που κάνουν κάθε σκηνή να μοιάζει περισσότερο βιωμένη παρά σχεδιασμένη σε έναν υπολογιστή. Την ίδια αίσθηση υπηρετεί και η μουσική του Ludwig Göransson. Χωρίς να επιχειρεί να μιμηθεί τις χαρακτηριστικές συνθέσεις του Hans Zimmer, δημιουργεί ένα ηχητικό περιβάλλον που στηρίζεται στην ένταση.

Παρά την αναμφισβήτητη τεχνική της αρτιότητα, η ταινία δεν ενδιαφέρεται μόνο να εντυπωσιάσει. Κάτω από τις μεγάλες σκηνές δράσης και την επική κλίμακα της παραγωγής βρίσκεται μια ιστορία βαθιά προσωπική.
Ο Nolan δεν αφηγείται την επιστροφή ενός αήττητου ήρωα, αλλά την προσπάθεια ενός ανθρώπου να συμφιλιωθεί με όσα αναγκάστηκε να γίνει για να επιβιώσει.
Κάθε σταθμός λειτουργεί σαν ένα ακόμη ψυχολογικό τεστ, σαν μια υπενθύμιση ότι η μεγαλύτερη δοκιμασία του Οδυσσέα δεν είναι να ξεπεράσει τα εμπόδια που συναντά στη θάλασσα, αλλά να διατηρήσει ζωντανή την ταυτότητά του όσο απομακρύνεται από όσα γνώριζε. Αυτή η οπτική φέρνει το έργο πιο κοντά στον σύγχρονο θεατή, ο οποίος αναγνωρίζει εύκολα την αγωνία ενός ανθρώπου που επιστρέφει αλλαγμένος σε μια ζωή που επίσης έχει αλλάξει.
Είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά που ο Nolan καταπιάνεται με ένα τόσο αναγνωρίσιμο λογοτεχνικό έργο, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τη δημιουργική του ταυτότητα. Όποιος περιμένει μια κατά γράμμα μεταφορά του Ομήρου, πιθανότατα θα αιφνιδιαστεί. Ο σκηνοθέτης επιλέγει να συμπυκνώσει επεισόδια, να αναδιατάξει τη δραματουργία και να εστιάσει σε εκείνα τα στοιχεία που υπηρετούν τη δική του αφήγηση.
Οι συγκρίσεις με προηγούμενες δουλειές του είναι αναπόφευκτες. Αν το Interstellar εξερευνούσε τους δεσμούς που επιβιώνουν πέρα από τον χρόνο και το Oppenheimer το βάρος της επιστημονικής ευθύνης, εδώ ο πυρήνας βρίσκεται στην έννοια της επιστροφής. Η Ιθάκη δεν παρουσιάζεται ως ένας προορισμός που λύνει τα πάντα. Είναι το σημείο όπου ο ήρωας καλείται να αναμετρηθεί με όσα άφησε πίσω και με όσα δεν θα μπορέσει ποτέ να ανακτήσει. Αυτός είναι και ο λόγος που η τελευταία πράξη της ταινίας αποκτά τόσο ιδιαίτερο βάρος. Ο Nolan δεν ενδιαφέρεται να κορυφώσει το φινάλε μέσα από τη δράση. Η πραγματική κορύφωση έρχεται μέσα από τις σχέσεις των προσώπων, από την αμήχανη συνάντηση ανθρώπων που αγαπιούνται αλλά έχουν πάψει να γνωρίζουν ο ένας τον άλλον.
Στο τέλος της διαδρομής, αυτό που μένει δεν είναι οι μάχες, τα τέρατα ή τα εντυπωσιακά σκηνικά, αλλά η διαπίστωση ότι κάθε επιστροφή έχει το δικό της τίμημα.
Η ταινία «Οδύσσεια» κυκλοφορεί από σήμερα στους κινηματογράφους.
