Η Θεσσαλονίκη δεν είναι μόνο οι δρόμοι, οι πλατείες και τα σημεία που γνωρίζουμε όλοι. Είναι κυρίως οι άνθρωποί της: εκείνοι που την περπατούν καθημερινά, που ανοίγουν νέους χώρους, δημιουργούν, συναντιούνται, πειραματίζονται και, χωρίς απαραίτητα να το αντιλαμβάνονται, αλλάζουν σταδιακά τον χαρακτήρα της. Πέρα από τα κλασικά αξιοθέατα και τις γνωστές διευθύνσεις, υπάρχει μια Θεσσαλονίκη πιο προσωπική, αυθεντική και απρόβλεπτη. Μικρά μαγαζιά που έγιναν στέκια, γωνιές που κρύβουν ιστορίες και γειτονιές που απέκτησαν νέα ζωή.
Μια νέα γενιά locals βλέπει την πόλη διαφορετικά και μας καλεί να τη γνωρίσουμε ξανά, μέσα από τις δικές της διαδρομές.
Νίκος Μαυράκης
Παραγωγός και υπεύθυνος του πλήρως ανανεωμένου Θεάτρου Αμαλία, αποτελεί μια ξεχωριστή παρουσία στον σύγχρονο θεατρικό χώρο, με σταθερό προσανατολισμό στην ανάδειξη νέων καλλιτεχνικών προτάσεων και στη δημιουργία ενός ζωντανού σημείου συνάντησης για τους ανθρώπους της πόλης.
Αν έπρεπε να μας συστήσεις τη Θεσσαλονίκη μέσα από ένα μόνο μέρος, ποιο θα ήταν και γιατί;
Υπάρχουν τόσα ωραία μέρη σε αυτή την πόλη. Όμως ένα μέρος, μια γειτονιά, ένα κτίριο χωρίς τους ανθρώπους τους είναι απλώς τοπίο ή κέλυφος. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η άυλη ζωή μιας πόλης: οι κοινότητες, οι συναντήσεις, τα φεστιβάλ, οι εκδηλώσεις, που μπορούν, ακόμα και για λίγες ώρες, να αλλάξουν ολόκληρη τη ζωή μιας γειτονιάς. Αν πρέπει, όμως, να επιλέξω ένα μέρος, τελείως προβοκατόρικα θα επέλεγα το θέατρό μας, το Αμαλία. Για όλα όσα δεν βρίσκαμε ή δε μας κάλυπταν, δημιουργήσαμε μόνοι μας την ευκαιρία που θα θέλαμε να είχαμε βρει. Φτιάξαμε τη δική μας κυψέλη. Έναν τόπο για να υπάρχουμε, να ζούμε και να δημιουργούμε με ελευθερία και ασφάλεια. Αλλά και έναν τόπο μέσα από τον οποίο η Θεσσαλονίκη μπορεί να συνομιλεί ισότιμα με όσα συμβαίνουν σήμερα στη διεθνή θεατρική σκηνή. Να παίρνεις μια άψυχη αίθουσα και να την κάνεις φυτώριο ιδεών και τεχνών - δεν υπάρχει πιο rewarding πράγμα.
Ποιο είναι το μέρος που θεωρείς ότι ένας επισκέπτης της πόλης δεν θα ανακαλύψει ποτέ μόνος του;
Δεν είναι ένα συγκεκριμένο μέρος, αλλά η word-of-mouth καλλιτεχνική σκηνή της πόλης. Όλα εκείνα που συμβαίνουν ξαφνικά, ανακοινώνονται τελευταία στιγμή ή δεν ανακοινώνονται σχεδόν καθόλου. Τα μαθαίνεις επειδή κάποιος σου έστειλε ένα μήνυμα. Ή άλλες φορές έχεις μια κάπως υπερφυσική διαίσθηση ότι σήμερα πρέπει να βρεθείς σε κάποιο συγκεκριμένο μέρος. Για να τα ανακαλύψεις αυτά, δεν χρειάζεσαι οδηγό. Χρειάζεσαι έναν άνθρωπο της πόλης. Η ουσία μάλλον βρίσκεται εκεί: σε μια μικρή αυτοσχέδια γιορτή, για την οποία δε βγήκε δελτίο τύπου, δεν έγινε σωστό post, δεν εστάλη ορθή επανάληψη.
Ποιο είναι το πιο unexpected πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος στη Θεσσαλονίκη;
Να μείνει. Περνάω ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής μου σε αεροπλάνα, αεροδρόμια και ξένες πόλεις, ταξιδεύοντας με καλλιτέχνες και παραστάσεις σε όλο τον κόσμο. Κι όμως, τη Θεσσαλονίκη την επιλέγω πολύ συνειδητά. Επειδή είναι η δύσκολη, και η μη-προφανής επιλογή. Στη Θεσσαλονίκη συνδέεσαι και αποσυνδέεσαι ταυτόχρονα. Είναι τρομερό.
Πού σε βρίσκει η αγαπημένη σου ώρα στην πόλη;
Στο θέατρο. Όταν είμαι στη Θεσσαλονίκη και όχι σε περιοδεία, ξημεροβραδιάζομαι στο Αμαλία. Και έχω δύο αγαπημένες ώρες - μία όταν νυχτώνει, ανάβουν οι φωτεινές επιγραφές, και αρχίζει να συγκεντρώνεται το κοινό έξω απ’ το θέατρο. Και η δεύτερη αργά το βράδυ, όταν έχει τελειώσει η παράσταση, έχει φύγει ο κόσμος και το θέατρο ησυχάζει. Έχεις στο ποτήρι σου λίγο ποτό ακόμα, και κάθεσαι στην αυλή να απολαύσεις τη γειτονιά που αποκοιμιέται.
Η Θεσσαλονίκη που δε θα βρεις στους οδηγούς είναι…
…αυτή που δεν ανακοινώνεται. Είναι όλα αυτά που μαθαίνεις τελευταία στιγμή, επειδή κάποιος σε πήρε τηλέφωνο και σου είπε πού να πας. Οι αυθόρμητες συναντήσεις, τα σχέδια που στήνονται εκείνη την ώρα, οι ιστορίες που περνούν από στόμα σε στόμα. Το αυθόρμητο, το αυτοσχέδιο, το αυτοοργανωμένο. Καθώς περνάμε από την «οικονομία της εμπειρίας», στην «οικονομία της αυθεντικότητας», νομίζω ότι αρχίζουμε να αναζητούμε ξανά ό,τι δεν έχει σχεδιαστεί για να καταναλωθεί ως εμπειρία. Και η Θεσσαλονίκη κρατάει ακόμη αυτό το οχυρό του ανεπιτήδευτου. Κ.Τ.
Christy Dimitriadou

Φωτογράφος και content creator, η σχέση της Christy Dimitriadou με τη φωτογραφία ξεκίνησε από νωρίς και εξελίχθηκε μέσα από τη φοίτησή της στη Stereosis School Photography. Μέσα από τον φακό της, αναδεικνύονται η ανθρώπινη παρουσία, η μνήμη και οι ιστορίες που κρύβονται πίσω από κάθε εικόνα. Ανήκει στην ομάδα του ΦÓLKI στην Αχειροποίητο, ενός από τα πιο artsy coffee and more shops της πόλης.
Ποιο είναι το μέρος που θεωρείς ότι ένας επισκέπτης της πόλης δεν θα ανακαλύψει ποτέ μόνος του;
Θα έλεγα την περιοχή γύρω από την Αχειροποίητο. Έχει μικρά, ξεχωριστά μαγαζιά με ωραίο φαγητό, καφέ και ποτό, αλλά και shops με κοσμήματα, κεραμικά και αντικείμενα από local δημιουργούς. Όλα έχουν τον δικό τους χαρακτήρα και είναι από εκείνες τις γωνιές που δύσκολα ανακαλύπτεις αν δεν αφήσεις λίγο τον οδηγό στην άκρη.
Ποιο είναι το πιο unexpected πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος στη Θεσσαλονίκη;
Να πάρει ένα καραβάκι από την παραλία, να δει την πόλη από τη θάλασσα και μετά να καταλήξει σε έναν θερινό κινηματογράφο. Νομίζω πως είναι ένας πολύ διαφορετικός τρόπος να ζήσεις τη Θεσσαλονίκη, λίγο σαν να είσαι διακοπές, χωρίς να έχεις φύγει από την πόλη.
Πού σε βρίσκει η αγαπημένη σου ώρα στην πόλη;
Στο λιμάνι, λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Είναι η ώρα που η πόλη αλλάζει ρυθμό. Το φως γίνεται πιο μαλακό, η θάλασσα αλλάζει χρώμα και οι άνθρωποι αρχίζουν να κινούνται διαφορετικά. Είναι και η ώρα που μου αρέσει περισσότερο να φωτογραφίζω, γιατί νιώθω ότι η πόλη αφήνει για λίγο πίσω της την ένταση της ημέρας. Μου αρέσει αυτή η μεταβατική στιγμή, ούτε ακριβώς μέρα ούτε νύχτα. Έχει κάτι πολύ κινηματογραφικό και ταυτόχρονα πολύ προσωπικό. Ίσως επειδή στη φωτογραφία με ενδιαφέρουν πολύ αυτές οι μικρές στιγμές όπου κάτι αλλάζει, αλλά δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Η Θεσσαλονίκη που δε θα βρεις στους οδηγούς είναι…
…η Θεσσαλονίκη που ανακαλύπτεις όταν σταματάς να ψάχνεις αξιοθέατα. Είναι εκείνο το μικρό μαγαζί που δεν είχες προσέξει ποτέ, ένας θερινός κινηματογράφος, μια απρόσμενη κουβέντα με έναν άγνωστο, ένα στενό που σε οδηγεί κάπου που δεν περίμενες. Είναι οι άνθρωποί της, οι μικρές καθημερινές τελετουργίες, το φως που πέφτει πάνω στα παλιά κτίρια, η θάλασσα που βρίσκεται σχεδόν πάντα κάπου μέσα στο οπτικό σου πεδίο, ίσως ακόμη και από την ταράτσα του σπιτιού σου. Νομίζω πως αυτή είναι μια Θεσσαλονίκη πιο ήσυχη, πιο αυθεντική, πιο προσωπική. Εκείνη που δεν χρειάζεται να σου αποδείξει τίποτα για να την αγαπήσεις.
Πού βγάζεις τις καλύτερες φωτογραφίες στη Θεσσαλονίκη και γιατί;
Στο λιμάνι. Είναι ένα μέρος που επιστρέφω συχνά με τη φωτογραφική μου μηχανή, γιατί έχει κάτι που δεν εξαντλείται εύκολα. Η θάλασσα, η αρχιτεκτονική, οι άνθρωποι που περνούν, το φως και η αίσθηση του ορίζοντα δημιουργούν συνεχώς διαφορετικές εικόνες.Ίσως γι’ αυτό το λιμάνι έχει γίνει και ένας πολύ προσωπικός τόπος για μένα. Με ενδιαφέρει η φωτογραφία ως τρόπος να παρατηρώ καλύτερα τον κόσμο και να κρατάω στιγμές, όχι απαραίτητα τις «τέλειες» στιγμές, αλλά εκείνες που έχουν συναίσθημα και μνήμη.Μάλιστα, μέχρι τις 30/9 παρουσιάζεται η έκθεσή μου «Port of Solitude» στο The Modernist, στη Gallery. |Θα χαρώ πολύ αν κάποιος που διαβάζει αυτή τη συνέντευξη περάσει να τη δει.Η συγκεκριμένη έκθεση έχει για μένα έναν ιδιαίτερα προσωπικό χαρακτήρα. Οι φωτογραφίες συνδέονται με τη μνήμη του πατέρα μου, ενώ το ποίημα που συνοδεύει την έκθεση γράφτηκε από την αδελφή του. Έτσι, η φωτογραφία και η ποίηση συναντήθηκαν όχι μόνο ως δύο διαφορετικές μορφές τέχνης, αλλά και ως δύο προσωπικές μνήμες.Τελικά, αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο στην τέχνη είναι ακριβώς αυτή η δυνατότητα: να μας κάνει να σταθούμε για λίγο. Να παρατηρήσουμε έναν άνθρωπο, μια θάλασσα, ένα φως, μια ανάμνηση. Να αφήσουμε μια στιγμή να αναπνεύσει πριν περάσουμε στην επόμενη. Β.Δ.
Ραφαήλ Ραχωβίτσας

Είναι ο δημιουργός του Secret_SKG, του online οδηγού που μας συστήνει τη Θεσσαλονίκη μέσα από την ιστορία, τις κρυφές γωνιές, τους ανθρώπους και την καθημερινή ζωή της πόλης. Παράλληλα, είναι ένας από τους παρουσιαστές της νεανικής εκπομπής “MindZet” της ΕΡΤ3.
Αν έπρεπε να μας συστήσεις τη Θεσσαλονίκη μέσα από ένα μόνο μέρος, ποιο θα ήταν και γιατί;
Θα δυσκολευόμουν να διαλέξω ανάμεσα στη Συνοικία των Εξοχών και την Άνω Πόλη. Η Συνοικία των Εξοχών, γύρω από τη Βασιλίσσης Όλγας, είναι ίσως ένα από τα καλύτερα σημεία για να καταλάβεις πόσο διαφορετικές εποχές συνυπάρχουν στη Θεσσαλονίκη. Οι παλιές βίλες, η ιστορία τους και το σημερινό αστικό τοπίο δημιουργούν μια πολύ ιδιαίτερη εικόνα της πόλης. Από την άλλη, η Άνω Πόλη είναι ένα κομμάτι της Θεσσαλονίκης που διατηρεί κάτι από την παλιά της μορφή, αφού ήταν από τις περιοχές που δεν καταστράφηκαν από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917. Χάνεσαι στα στενά και τα πλακόστρωτα, συναντάς οθωμανικές κρήνες, παλιά σπίτια και σημεία με θέα σε ολόκληρη την πόλη. Και το ενδιαφέρον είναι ότι σήμερα όλο αυτό συνυπάρχει με νέους ανθρώπους, μαγαζιά και μια πολύ σύγχρονη ζωή. Νομίζω πως αυτή η αντίθεση χαρακτηρίζει πολύ τη Θεσσαλονίκη.
Ποιο είναι το μέρος που θεωρείς ότι ένας επισκέπτης της πόλης δεν θα ανακαλύψει ποτέ μόνος του;
Νομίζω πως είναι ό,τι βρίσκεται έξω από το προφανές κέντρο της πόλης. Οι ανατολικές και δυτικές συνοικίες έχουν πολλές ιστορίες και σημεία που δύσκολα θα ανακαλύψει ένας επισκέπτης αν δεν έχει κάποιον ντόπιο να του τα δείξει. Στα ανατολικά, για παράδειγμα, θα έβαζα την Αρετσού στην Καλαμαριά, ειδικά για το ηλιοβασίλεμα και τη σχέση της με τη θάλασσα. Πλέον, βέβαια, το μετρό έχει κάνει αρκετές από αυτές τις περιοχές πολύ πιο προσβάσιμες. Στα δυτικά, από την άλλη, υπάρχει το Καλοχώρι, ένας τόπος που ακόμα εξελίσσεται αλλά έχει ενδιαφέρον για διαφορετικές δραστηριότητες και μικρές αποδράσεις, ενώ υπάρχουν και σημεία όπως οι Μακεδονικοί Τάφοι, που πολλοί επισκέπτες δεν θα σκεφτούν καν να αναζητήσουν.
Ποιο είναι το πιο unexpected πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος στη Θεσσαλονίκη;
Να ξενυχτήσει μέχρι το πρωί. Και δεν το λέω μόνο για τη νυχτερινή ζωή. Το ωραίο στη Θεσσαλονίκη είναι όλη η μετάβαση από τη νύχτα στο πρωί. Να βγεις, να γυρίσεις στα μαγαζιά της πόλης, να συνεχίσεις μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες και μετά να περπατήσεις στο κέντρο όταν αρχίζει σιγά-σιγά να ξυπνάει. Να φας μια μπουγάτσα, να πετύχεις τα πρώτα μαγαζιά που ανοίγουν, να δεις την πόλη να αλλάζει ρυθμό και να καταλήξεις να κάνεις πρωινή βόλτα ενώ ουσιαστικά δεν έχεις κοιμηθεί. Αυτό το πέρασμα από το ξενύχτι στην πρωινή Θεσσαλονίκη είναι κάτι που δύσκολα περιμένει ένας επισκέπτης και, για μένα, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές εμπειρίες της πόλης.
Πού σε βρίσκει η αγαπημένη σου ώρα στην πόλη;
Συνήθως στη Νέα Παραλία, ειδικά τις ώρες που πέφτει ο ήλιος, ή σε έναν θερινό κινηματογράφο. Αλλά πολύ συχνά με βρίσκει και στη Βασιλίσσης Όλγας, στη Συνοικία των Εξοχών, που είναι από τις αγαπημένες μου περιοχές της πόλης. Έχει έναν πιο ήρεμο ρυθμό, παρόλο που βρίσκεσαι μέσα στον αστικό ιστό. Και κάποιες φορές, ακόμα πιο απλά, με βρίσκει στο Τσινάρι, στην Άνω Πόλη, ή στο σπίτι μου, σε εκείνη τη φάση που απλώς θέλω να χαλαρώσω και να απολαύσω την πόλη χωρίς να κάνω κάτι συγκεκριμένο.
Η Θεσσαλονίκη που δε θα βρεις στους οδηγούς είναι…
…η Θεσσαλονίκη που πρέπει να τη ζήσεις με έναν ντόπιο. Είναι η λίγο cult πλευρά της πόλης, το «χαλαρά» που δε μεταφράζεται εύκολα σε έναν επισκέπτη. Είναι το μωσαϊκό που δημιουργήθηκε μέσα στους αιώνες: η ελληνική και λαϊκή παράδοση, η κοσμοπολίτικη πλευρά, η εβραϊκή ιστορία, οι μικρασιατικές και ποντιακές γεύσεις, οι οθωμανικές επιρροές και όλα όσα συνυπάρχουν σήμερα στην καθημερινότητα της πόλης. Ίσως επειδή εμείς τα ζούμε καθημερινά, δεν αντιλαμβανόμαστε πάντα πόσο ιδιαίτερο είναι αυτό το μείγμα. Για κάποιον που έρχεται απ’ έξω, όμως, είναι ίσως ένα από τα πρώτα πράγματα που θα προσέξει. Και τελικά, αυτή η αντίθεση, το παλιό με το καινούργιο, το λαϊκό με το κοσμοπολίτικο, η ιστορία με τη σύγχρονη ζωή, είναι αυτό που κάνει τη Θεσσαλονίκη να έχει τόσο δικό της χαρακτήρα. Κ.Τ.
Λυδία Μαρία Θαλασσινού

Είναι η δημιουργός του Serene Home, ενός ιδιαίτερου χώρου κεραμικής στη Θεσσαλονίκη, στη γειτονιά της Αχειροποιήτου. Η επαφή της με τον πηλό το 2020 εξελίχθηκε σε ένα δημιουργικό εγχείρημα που σήμερα στεγάζεται σε έναν γεμάτο χαρακτήρα χώρο, όπου μαζί με τη Θώμη δημιουργούν κεραμικά, ενώ παράλληλα φιλοξενούν workshops, σεμινάρια και events.
Αν έπρεπε να μας συστήσεις τη Θεσσαλονίκη μέσα από ένα μόνο μέρος, ποιο θα ήταν και γιατί;
Θα έλεγα τον δρόμο της Ολύμπου. Αν βρίσκεσαι σε αυτόν και έχεις ανοιχτά τα μάτια, η διαδρομή θα σε ανταμείψει μέσα από τα μικρά και όμορφα στενά που θα ανακαλύψεις. Φανερώνεται μια πλευρά της πόλης που έχει κρατήσει ακόμα αυτόν τον αρχοντικό χαρακτήρα, με τα απίστευτα νεοκλασικά σπίτια και τα μικρά μπαλκόνια που ίσα-ίσα χωράς. Πάντα με μάγευε αυτή η εικόνα και ίσως γι’ αυτό να διαλέγω πάντα αυτή τη διαδρομή προς το σπίτι μου .
Ποιο είναι ένα πιο «κρυφό» σημείο που θεωρείς ότι ένας επισκέπτης της πόλης δεν θα ανακαλύψει ποτέ μόνος του;
Με βεβαιότητα θα πω τις μικρές ιστορίες που έχει κάθε γειτονιά της πόλης. Πράγματα που δεν θα τα βρεις σε έναν τουριστικό οδηγό και που συνήθως τα μαθαίνεις μόνο αν γνωρίσεις ανθρώπους της Θεσσαλονίκης και αρχίσεις να την κοιτάς λίγο περισσότερο μέσα από τα δικά τους μάτια. Υπάρχουν δρόμοι, μαγαζιά ή ακόμα και πολύ απλές γωνιές που για έναν επισκέπτη μπορεί να μην σημαίνουν απολύτως τίποτα, αλλά για έναν ντόπιο συνδέονται με μια ιστορία, μια παρέα, μια ανάμνηση ή κάτι που έχει συμβεί εκεί. Νομίζω ότι αυτό είναι και το ωραίο με τη Θεσσαλονίκη. Το ότι έχει μια ολόκληρη «κρυφή» ζωή πίσω από αυτά που βλέπει κανείς με την πρώτη ματιά.
Ποιο είναι το πιο unexpected πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος στη Θεσσαλονίκη;
Το να χαθεί. Να αφήσει στην άκρη το Google Maps, να πάρει μια μηχανή φιλμ και να περπατήσει χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, από τα Κάστρα μέχρι την παραλία και το Μέγαρο. Να χαθεί στα στενά, να παρατηρήσει τον κόσμο και τους ρυθμούς της πόλης. Όλοι λέμε ότι στη Θεσσαλονίκη κινούμαστε πιο χαλαρά και νομίζω ότι, σε έναν βαθμό, όντως ισχύει. Να κάτσει μόνος του σε ένα ωραίο μεζεδοπωλείο, χωρίς να τον νοιάζει αν είναι κάτι που «πρέπει» οπωσδήποτε να δει ως επισκέπτης, να φάει, να χαζέψει τον κόσμο, ενώ μπορεί να πετύχει ακόμη και τον κύριο με τη λατέρνα που περνάει και παίζει στους δρόμους. Και κάπως έτσι, χωρίς πρόγραμμα, περνά κανείς μπροστά από τελείως διαφορετικές εκδοχές και τα χίλια πρόσωπα της Θεσσαλονίκης. Νομίζω ότι αυτό είναι το πιο unexpected: να αφήσεις την πόλη να σου συμβεί.
Πού σε βρίσκει η αγαπημένη σου ώρα στην πόλη;
Η αγαπημένη μου ώρα της ημέρας είναι το σούρουπο. Οι ρυθμοί αρχίζουν να πέφτουν κι τότε συνήθως βρίσκομαι στο εργαστήριο. Τα απογεύματα είναι η ώρα που ξεκινάω να υποδέχομαι τους μαθητές μου για να φτιάξουμε στο χαρούμενο υπόγειό μας «ζωή από πηλό», όπως λέω πολύ συχνά. Η αγαπημένη μου ώρα είναι αυτή στην Αχειροποιήτου, όπου έχουμε γίνει μια γειτονιά καλλιτεχνών, γεύσεων και ανθρώπων που θέλουν να εκφράζονται μέσα από τις πέντε αισθήσεις.
Η Θεσσαλονίκη που δεν θα βρεις στους οδηγούς είναι…
Ελεύθερη ψυχή, με έντονο χαρακτήρα, ατίθαση και αυθεντική. Στον βορρά έχουμε διατηρήσει μια ψυχή ατόφια και αληθινή. Δε θα βρεις σίγουρα μέσα σε κανέναν οδηγό να σου λέει για αυτή την ομορφιά της πόλης που δεν είναι τα στενάκια και τα μέρη της. Αλλά οι άνθρωποι που έχουν κρατούν ακόμα μια λάμψη και σπίθα μέσα τους. Μπορεί να βγεις με κατεύθυνση κάπου προς την πλατεία Μαβίλη και ξαφνικά να βρεθείς προς τα ανατολικά γιατί θα σε έχουν παρασύρει οι άνθρωποι της πόλης. Η Θεσσαλονίκη είναι συναίσθημα.
Ποιος είναι ο αγαπημένος σου χώρος Τέχνης στην πόλη; Κάπου που βρίσκεις έμπνευση ίσως...
Η δική μου έμπνευση έρχεται μέσα από τις ιστορίες των ανθρώπων που έχουν ως πυρήνα τους το συναίσθημα . Αυτό άλλωστε βγαίνει πηγαία από μέσα μου. Μια τρομερά ενδιαφέρουσα διαδρομή που πάντα με γεμίζει με ιδέες και έμπνευση είναι ο δρόμος της Τοσίτσα, όπου θα δεις μπροστά σου να γεννιούνται ιστορίες μέσα από τα παλαιοπωλεία που ακόμα διαφυλάσσουν αυτή την ομορφιά. Για την περσινή συλλογή των Χριστουγέννων είχα πάει στο δρόμο αυτό και αγόρασα γράμματα που είχαν αποσταλεί στους παραλήπτες τους ακόμα και από το 1920. Οι ιστορίες των ανθρώπων είναι πάντα αυτό που θα μου δίνει τροφή για τη δική μου έμπνευση. Και ο δρόμος αυτός θα οδηγεί πάντα εκεί. Β.Δ.
Γιάννης Πατελιώτης

Μουσικός παραγωγός, DJ —γνωστός και ως Jiles— και συνιδρυτής του Street Outdoors, μιας από τις πιο χαρακτηριστικές μουσικές κοινότητες της σύγχρονης ελληνικής ηλεκτρονικής σκηνής. Με βάση τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, έχει συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση της open-air party κουλτούρας στην Ελλάδα.
Αν έπρεπε να μας συστήσεις τη Θεσσαλονίκη μέσα από ένα μόνο μέρος, ποιο θα ήταν και γιατί;
Η Ναυαρίνου. Είναι αστική αλλά και τουριστική, κουβαλάει έντονα την ιστορική ταυτότητα της πόλης και ταυτόχρονα παραμένει μία ζωντανή γειτονιά. Εκεί συναντιούνται φοιτητές, κάτοικοι, παιδιά, περαστικοί και επισκέπτες. Είναι ίσως το σημείο όπου φαίνεται πιο καθαρά η ένωση παλιού και νέου, της Ροτόντας με τη θάλασσα, αλλά και των διαφορετικών κόσμων που στη Θεσσαλονίκη εξακολουθούν να συνυπάρχουν με έναν πολύ φυσικό τρόπο.
Ποιο είναι το μέρος που θεωρείς ότι ένας επισκέπτης της πόλης δεν θα ανακαλύψει ποτέ μόνος του;
Πιθανότατα τα δυτικά της πόλης. Δεν έχουν την προβολή που τους αξίζει και για χρόνια έμειναν πίσω και σε επίπεδο υποδομών, όμως έχουν πολύ έντονο χαρακτήρα, ζωντάνια και δική τους πολιτιστική ιστορία, ενώ μπορείς να βρεις εξαιρετικό φαγητό. Είναι η πατρίδα πολλών παλιότερων και σύγχρονων καλλιτεχνών της Θεσσαλονίκης, ενώ φιλοξενεί και το MOMus με τη Συλλογή Κωστάκη, τη σημαντικότερη συλλογή Ρωσικής Πρωτοπορίας διεθνώς.
Ποιο είναι το πιο unexpected πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος στη Θεσσαλονίκη;
Να μείνει έξω για πάρα πολλές ώρες χωρίς κανένα πρόγραμμα. Η Θεσσαλονίκη είναι αρκετά μεγάλη ώστε να έχει επιλογές, αλλά αρκετά μικρή ώστε όλα να μπορούν να προκύψουν αυθόρμητα. Μπορείς να ξεκινήσεις το απόγευμα χωρίς σχέδιο και απλώς να αφήσεις την πόλη να σε πάει: ένας καφές να γίνει ποτό, το ποτό φαγητό και λίγο αργότερα να βρίσκεσαι σε ένα πάρτι ή σε ένα μέρος που δεν ήξερες καν ότι υπάρχει. Ίσως αυτό είναι και το πιο απρόβλεπτο στοιχείο της πόλης: εδώ, τα καλύτερα πράγματα συχνά δεν είναι προγραμματισμένα.
Πού σε βρίσκει η αγαπημένη σου ώρα στην πόλη;
Αλλάζει ανάλογα με την εποχή. Το φθινόπωρο και την άνοιξη θα με συναντήσεις νωρίς το απόγευμα, σε κάποιο καφέ, διαβάζοντας ένα βιβλίο. Το καλοκαίρι και τον χειμώνα, αντίθετα, αγαπώ πολύ την άδεια πόλη νωρίς το πρωί - όταν, βέβαια, καταφέρνω να είμαι ξύπνιος για να τη δω.
Η Θεσσαλονίκη που δεν θα βρεις στους οδηγούς είναι…
…η πόλη των ιστοριών και των αστικών μύθων. Των σημείων που σήμερα μπορεί να παρακμάζουν, αλλά κάποτε έζησαν σπουδαίες στιγμές. Των ανθρώπων που έγραψαν τη δική τους ιστορία και μετά αποσύρθηκαν χωρίς θόρυβο. Η Θεσσαλονίκη που συναντάς στα βιβλία του Σκαμπαρδώνη. Πολλές φορές περπατάς μέσα στην πόλη χωρίς να αντιλαμβάνεσαι τη σημασία όσων βρίσκονται γύρω σου, και πάντα με συναρπάζει να ακούω, ή να αφηγούμαι, τέτοιες ιστορίες. Ε.Χ.
Αχιλλέας Θανασούδας & Βαγγέλης Πενίκης Brito

Ο Αχιλλέας και ο Βαγγέλης είναι οι συνιδρυτές του Purovoku Project στη Θεσσαλονίκη, ενός cocktail bar που ξεχώρισε διεθνώς ως το πρώτο εκτός Αθηνών που εντάχθηκε στη λίστα των “50 Best Discovery”.
Αν έπρεπε να μας συστήσετε τη Θεσσαλονίκη μέσα από ένα μόνο μέρος, ποιο θα ήταν και γιατί;
Θα λέγαμε τη Βαλαωρίτου και τη Ροτόντα. Είναι δύο μέρη που, με έναν τρόπο, δείχνουν όλη τη Θεσσαλονίκη. Από τη μία η Βαλαωρίτου, με τα bars, τη μουσική, τον κόσμο και αυτή την ένταση που έχει η πόλη το βράδυ. Και από την άλλη η Ροτόντα, με την ιστορία της και τους ρυθμούς της. Πρόκειται για μία αντίθεση που μέσα σε λίγα λεπτά αλλάζει τελείως το σκηνικό της Θεσσαλονίκης.
Ποιο είναι το μέρος που θεωρείτε ότι ένας επισκέπτης της πόλης δεν θα ανακαλύψει ποτέ μόνος του;
Αυτά που δεν ψάχνεις. Ένα μικρό μαγαζί, ένα bar, ένα φαγητό που θα σου προτείνει κάποιος ντόπιος. Εκεί κρύβεται η πραγματική Θεσσαλονίκη. Πολλές φορές το καλύτερο μέρος είναι αυτό που θα σου προτείνει ένας φίλος και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα το είχες βρει ποτέ μόνος σου.
Ποιο είναι το πιο unexpected πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος στη Θεσσαλονίκη;
Να ξεκινήσει χωρίς πρόγραμμα. Να βγει για ένα ποτό και να αφήσει τη βραδιά να πάει μόνη της. Να φάει κάπου που δεν είχε σκοπό να φάει, να γνωρίσει κόσμο, να αλλάξει δύο-τρεις φορές μαγαζί και τελικά να ξημερώσει. Αυτό είναι κάτι που χαρακτηρίζει πολύ τη Θεσσαλονίκη.
Η Θεσσαλονίκη που δεν θα βρεις στους οδηγούς είναι…
…αυτή που θα σου δείξει ένας άνθρωπος που μένει εδώ. Ένα τραπέζι, μια παρέα, ένα καλό φαγητό, ένα ποτό και μια κουβέντα που μπορεί να κρατήσει μέχρι το πρωί. Για μένα, αυτή είναι η Θεσσαλονίκη. Δεν είναι τόσο αυτά που πρέπει να δεις, όσο αυτά που μπορεί να σου συμβούν. Ε.Χ.
Αλέξανδρος Λιτσαρδάκης
Δημοσιογράφος και ρεπόρτερ με βάση τη Θεσσαλονίκη, με ειδίκευση στο δικαστικό ρεπορτάζ, την οπαδική βία και τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στα Βαλκάνια.

Αν έπρεπε να μας συστήσεις τη Θεσσαλονίκη μέσα από ένα μόνο μέρος, ποιο θα ήταν και γιατί;
Η γέφυρα στην παραλιακή, στο ύψος του Μακεδονία Παλλάς. Ήταν, είναι και μάλλον θα είναι για μένα ένα σημείο απόδρασης και ηρεμίας. Από το πρώτο μου σπίτι, στο Φάληρο, κατέβαινα μέσα από τα τσιμεντένια, συχνά βρώμικα στενά και ξαφνικά, σε μια ευθεία, έβγαινα στην παραλία. Αυτή η διαδρομή λέει κάτι και για την ίδια την Θεσσαλονίκη: πυκνή, τσιμεντένια πόλη, που όμως είναι χαραγμένη πάνω σε μεγάλους άξονες που καταλήγουν στη θάλασσα. Με χαρακτηριστικότερη χάραξη αυτή του κέντρου της πόλης και τους μεγάλους παράλληλους του Εμπράρ.
Ποιο είναι το μέρος που θεωρείς ότι ένας επισκέπτης της πόλης δεν θα ανακαλύψει ποτέ μόνος του;
Οι ταράτσες της πόλης. Ακριβώς επειδή, στις περισσότερες, δεν έχει πρόσβαση κανείς. Και δύσκολα ένας επισκέπτης θα τολμήσει να αρχίσει να ψάχνει πολυκατοικίες για να βρει μια ξεκλείδωτη πόρτα προς την ταράτσα.
Ποιο είναι το πιο unexpected πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος στη Θεσσαλονίκη;
Θα έλεγα να καταλήξει κατά τύχη σε κάποιο πάρτι στο Πολυτεχνείο - αν γίνονται ακόμη.
Πού σε βρίσκει η αγαπημένη σου ώρα στην πόλη;
Φυσικά στην παραλία ή κάπου τουλάχιστον που να φαίνεται ο ουρανός. Υπό άλλες συνθήκες, στο αγαπημένο μου μπαρ της γειτονιάς, όπου θα βρω απρόσμενα τους ίδιους γνωστούς. Γιατί η Θεσσαλονίκη είναι ένα μεγάλο χωριό - και αυτό είναι πολύ οκ.
Η Θεσσαλονίκη που δεν θα βρεις στους οδηγούς είναι…
…στην πεζογραφία του Γιώργου Ιωάννου. Μέσα από τα καλά και τα κακά, τις αντιφάσεις και την ευθεία κριτική στη μετριότητα. Ε.Χ.
Editors: Βασιλική Δουκουμοπούλου, Εύα Χατζηαντώνογλου, Κωνσταντίνος Τανιάς
