Σε μια εποχή υπερκατανάλωσης και ψηφιακής συσσώρευσης, η ιδέα του να «ελαφρύνει» κανείς την καθημερινότητά του αποκτά μια νέα σημασία. Κατευθυντήριες μέθοδοι για οργανωμένα decluttering και πιο αποφορτισμένες ημέρες έρχονται όλο και περισσότερο στην επιφάνεια, με κύριο σκοπό την απλοποίηση και την ψυχική αποφόρτιση.
Μια πρακτική που απαντάει σε αυτή την ανάγκη και υιοθετείται από όλο και περισσότερους ανθρώπους, είναι το “swedish death cleaning”. Η πρόσφατη απώλεια της Margareta Magnusson, της συγγραφέας του βιβλίου “The Gentle Art of Swedish Death Cleaning”, επανέφερε στο προσκήνιο τη φιλοσοφία της, υπενθυμίζοντας ότι η διαχείριση των αντικειμένων είναι τελικά και διαχείριση της ίδιας της ζωής.
Τι είναι η μέθοδος “swedish death cleaning”;
Πρόκειται για μια πρακτική πιο μακάβρια απ’ ότι έχουμε συνηθίσει, η οποία προέρχεται από την ευρύτερη περιοχή της Σκανδιναβίας και ακούει στο όνομα “swedish death cleaning”, ή αλλιώς “döstädning”. Σύμφωνα με αυτή, καλό είναι να τακτοποιεί κανείς τα υπάρχοντά του όσο είναι ακόμα εν ζωή, ώστε να μην επιβαρύνει με περιττά αντικείμενα τους οικείους του στο μέλλον, όταν δηλαδή αποβιώσει. Η συγκεκριμένη μέθοδος αποσυμφόρησης έγινε παγκοσμίως γνωστή μέσα από το βιβλίο της Margareta Magnusson, η οποία πέθανε νωρίτερα μέσα στον Μάρτιο, σε ηλικία 92 ετών, αφήνοντας πίσω της μια φιλοσοφία που συνδυάζει την πρακτικότητα με την υπαρξιακή σκέψη.
Παρά το «μακάβριο» στοιχείο που χαρακτηρίζει την συγκεκριμένη πρακτική, αν το εξετάσουμε από μια μακρινή οπτική, θα αντιληφθούμε πως στην ουσία πρόκειται για μια συνειδητή διαδικασία οργάνωσης και φροντίδας, η οποία προσπαθεί να διαχειριστεί τη ζωή με τρόπο που να μειώνει το βάρος, συναισθηματικό και πρακτικό, για αυτούς που μένουν πίσω.

Μια μέθοδος που αφορά τη ζωή και ο τρόπος που επιτυγχάνεται
Η Magnusson είχε τονίσει ότι το death cleaning δεν αφορά μόνο το τέλος της ζωής, αλλά κυρίως την ποιότητα της καθημερινότητας. Η διαδικασία περιλαμβάνει ένα σταθερό decluterring των αντικειμένων, από ρούχα και έπιπλα μέχρι ψηφιακά αρχεία και έγγραφα, με στόχο το να παραμείνουν μόνο όσα πράγματα έχουν αληθινή αξία.
Πέρα από την πρακτική διάσταση, η μέθοδος λειτουργεί
και ως άσκηση αυτογνωσίας. Η επαφή με τα προσωπικά αντικείμενα μετατρέπεται σε έναν απολογισμό ζωής, μια ευκαιρία να αποφασιστεί τι αξίζει να διατηρηθεί ως «κληρονομιά» και όχι μόνο σε υλικό επίπεδο, αλλά και συναισθηματικό.
Ταυτόχρονα, προτείνεται και μια πιο ήρεμη σχέση του ατόμου με την κατανάλωση, όπου οι αγορές θα χαρακτηρίζονται από ουσιαστικό περιεχόμενο.
Η διαφορά από τη μέθοδο της Marie Kondo
Η συγκεκριμένη πρακτική έρχεται αναπόφευκτα σε μια άμεση σύγκριση με αυτήν της Marie Kondo, καθώς και οι δύο προσεγγίσεις περιστρέφονται γύρω από την αποσυμφόρηση των περιττών πραγμάτων. Βέβαια, οι δύο φιλοσοφίες διαφέρουν μεταξύ τους σημαντικά.
Η μέθοδος της Kondo εστιάζει σε ένα πιο θετικό συναίσθημα, συνιστώντας να διατηρούνται μόνο τα αντικείμενα που προκαλούν χαρά στο εκάστοτε άτομο, ενώ αντίθετα, το swedish death cleaning έχει πιο ρεαλιστική και συχνά αυστηρή αφετηρία. Δεν αφορά μόνο το πώς νιώθει κανείς για ένα αντικείμενο, αλλά και το τι θα σημαίνει αυτό για τους άλλους μετά τον θάνατό του.

Επιπλέον, η Kondo προτείνει μια σχετικά γρήγορη και σχεδόν τελετουργική διαδικασία τακτοποίησης, ενώ το death cleaning είναι πιο αργό και συνεχές, ενώ μπορεί να ξεκινήσει ακόμα και δεκαετίες πριν το τέλος. Παράλληλα, η Kondo φαίνεται να εστιάζει στην προσωπική ευεξία, ενώ η Magnusson ενσωματώνει έντονα την έννοια της ευθύνης απέναντι στους άλλους.
Απομακρύνοντας τα περιττά, δεν απελευθερώνεται μόνο ο χώρος, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη ζωή και τις καθημερινές στιγμές της. Σε μια εποχή με περίσσιο θόρυβο, η ουσία μπαίνει στο επίκεντρο, απομακρύνοντας το χάος.
