Στην ένατη διοργάνωσή της με τον αινιγματικό τίτλο «Όλα πρέπει να αλλάξουν. ΡΝΣ9», μοιάζει να κινείται γύρω από ένα κεντρικό ερώτημα χωρίς να επιχειρεί να το κλείσει ή να το απαντήσει. H Μπιενάλε Θεσσαλονίκης δεν υπόσχεται έτοιμες απαντήσεις, και, στην πράξη, φαίνεται να τηρεί αυτή την υπόσχεση.
Μέχρι στιγμής γνωρίσαμε σημαντικές της ενότητες μέσα από δύο ξεναγήσεις της curator και σημαντικής ιστορικού Τέχνης με διεθνή διαδρομή, Νάντιας Αργυροπούλου. Η πρώτη έγινε μία ημέρα πριν τα επίσημα εγκαίνια, στις 22 Μαΐου, και η δεύτερη το Σάββατο στον χώρο του Momus Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης και στα περίπτερα 2 και 3 της ΔΕΘ.
Λέξη-κλειδί: Η απειθαρχία
Μια επιμελητική κριτική των υποδομών στη φετινή Μπιενάλε δεν περιορίζεται στο εκθεσιακό αποτέλεσμα, αλλά επεκτείνεται σε όσα συνήθως μένουν εκτός κάδρου: από τη διαχείριση και κατανομή του προϋπολογισμού, μέχρι την κατανάλωση πόρων, τις εργασιακές και διαπροσωπικές σχέσεις και τελικά, τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να φανταστούμε ξανά τον θεσμό της έκθεσης και του μουσείου. Σε αυτό το πλαίσιο τίθεται και το ερώτημα του τι μπορεί να σημαίνει μια Μπιενάλε στο ελληνικό συγκείμενο· πόσο δημόσια μπορεί να είναι, πόσο διεθνής, αλλά και πόσο φροντιστική, δίκαιη ή βιώσιμη.
Η φετινή διοργάνωση φαίνεται να αγγίζει αυτά τα ζητήματα όχι θεωρητικά, αλλά στην πράξη, επιλέγοντας σε κάποιες περιπτώσεις να απειθαρχήσει σε καθιερωμένες λογικές, από την άρνηση συνεργασιών με χορηγίες που συνδέονται με τη βιομηχανία όπλων ή τα ορυκτά καύσιμα, μέχρι την ανάδειξη πλευρών της ίδιας της παραγωγής που συνήθως μένουν στο παρασκήνιο και δεν χωρούν σε έναν τυπικό εναρκτήριο λόγο.
Κόντρα στις κλασικές φόρμες εγκατάστασης

Ενδιαφέρον στοιχείο είναι ο εμφανής σεβασμός προς τα διαφορετικά είδη τέχνης και τον τρόπο που αυτά χρειάζονται να παρουσιαστούν μέσα στον χώρο. Οι περιγραφές των έργων είναι αφισοκολλημένες, χωρίς τυποποιημένες μουσειακές λύσεις, ενώ underground έργα δεν εντάσσονται απαραίτητα σε κλασικές φόρμες όπως το κάδρο, ακόμη κι όταν πρόκειται για μεγάλης κλίμακας δημιουργίες. Η εγκατάσταση και η τοποθέτηση φαίνεται να προσαρμόζονται στο ίδιο το έργο και όχι το αντίστροφο, διαμορφώνοντας μια πιο ευέλικτη συνθήκη παρουσίασης.
Διαγενεακοί διάλογοι

Ένα καλλιτεχνικό διαγενεακό ραντεβού έχει πάντα τα πιο πολλά αβαντάζ. Ειδικά φέτος, η πορεία μέσα στον χώρο συνδυάζει τον σπουδαίο Κώστα Σφήκα, με το έργο του να εστιάζει κριτικά στην έννοια της αναπαράστασης, τον Πάνο Κουτρουμπούση, του οποίου η πρακτική συνδέεται με αναφορές στο science fiction, τον σουρεαλιστή Wifredo Lam, τις σύγχρονες καλλιτέχνιδες, όπως η Meriem Bennati, αλλά τις Ελληνίδες Μαρία Κρυαρά και Σοφία Ντώνα. Η συνύπαρξη αυτή διατρέχει συνολικά τη διοργάνωση, εμφανιζόμενη σε διαφορετικά σημεία και εκθεσιακές ενότητες του μουσείου και των χώρων της Μπιενάλε. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται απλώς στην παράθεση των έργων, αλλά στον τρόπο με τον οποίο, μέσα από αυτή τη διάχυση, δημιουργούνται απρόσμενες συνδέσεις ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές, ιδέες και καλλιτεχνικές προσεγγίσεις.
AI#/+ (versus or together with) material Art

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα της φετινής Μπιενάλε είναι η συνάντηση των δύο φαινομενικά αντίθετων καλλιτεχνικών προσεγγίσεων: από την ψηφιακή και αλγοριθμική επεξεργασία της εικόνας μέχρι την πιο υλική και χειροποίητη σχέση με το αντικείμενο. Από τη μία πλευρά, το έργο του Δανού καλλιτέχνη Jacob Stigsen, παρουσιάζει σε big screen ένα ψηφιακό εξωαστικό τοπίο που αντλεί υλικό από την περιοχή του Καλοχωρίου και αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη. Στον αντίποδα, το έργο του δικού μας Χρήστου Καρακόλη, κινείται σε ένα καθαρά υλικό πεδίο, μέσα από μία συλλογή βεργών από την περιοχή του Σοχού, με δέντρα και οργανικά υλικά τα οποία επεξεργάζεται και σκαλίζει, δημιουργώντας μια χειροποίητη, σχεδόν αρχέγονη σχέση με την ύλη.
Επανάσταση τώρα

Η επανάσταση στη φετινή Μπιενάλε περνά μέσα από την τέχνη σε πολλαπλές μορφές, από την πολιτική εικόνα, μέχρι το προσωπικό αρχείο και τη γλώσσα. Η μικρού μήκους ταινία “Anti-Anticapitalista” (2021) του Αυστριακού καλλιτέχνη και ακτιβιστή Oliver Ressler, εντάσσεται σε ένα σαφές πλαίσιο πολιτικής και κοινωνικής κινητοποίησης, αναδεικνύοντας τη συλλογική δράση και τη ρήξη με τα κυρίαρχα συστήματα. Παράλληλα, το ελληνικό underground και το λεξιλόγιο της αντίστασης μέσα από τον Λεωνίδα Χρηστάκη, αλλά και η προσέγγιση του Κώστα Σφήμα, για τον οποίο η ανάγνωση μπορεί να ιδωθεί ως επαναστατική πράξη, μετατοπίζουν την έννοια της αντίστασης από το σύνθημα στη γλώσσα και στη διαδικασία. Σε ένα πιο αρχειακό και προσωπικό επίπεδο, τα σημειωματάρια και τα σχέδια του Νάνου Βαλαωρίτη από τη δεκαετία του ’60, με αναφορές στην περίοδο της χούντας και σε μηχανισμούς εξουσίας, φόβου και επιτήρησης, προσθέτουν μια ιστορική διάσταση, όπου η επανάσταση εμφανίζεται όχι μόνο ως δημόσια δήλωση, αλλά και ως υπόγεια, καθημερινή πράξη γραφής και παρατήρησης. Μέσα από τους The Callas (Λάκης & Άρης Ιωνάς), με την εγκατάσταση “Dream Baby Dream”, η επαναστατική χειρονομία μεταφέρεται σε ένα υβριδικό πεδίο, όπου η μουσική, η εικόνα και η performance συναντούν το θεατρικό και το πολιτικό στοιχείο. Η εγκατάσταση θυμίζει ένα είδος rave περιβάλλοντος και συλλογικής τελετουργίας, σχεδόν σαν διαδικασία, όπου η ατμόσφαιρα και οι φιγούρες λειτουργούν ως εμπειρία συμμετοχής και όχι απλής παρατήρησης, διευρύνοντας ακόμη περισσότερο τα όρια του τι μπορεί να θεωρηθεί πράξη αντίστασης μέσα στο εκθεσιακό πλαίσιο.
Ανασκαφή στο αρχείο

Το πιο σπάνιο κομμάτι της φετινής Μπιενάλε αφορά το αρχειακό υλικό που εντάσσεται στον εκθεσιακό ιστό και ανοίγει ένα διαφορετικό επίπεδο ανάγνωσης. Από την περιήγηση στο αρχείο του Άγγελου Προκοπίου και το έργο του για τη Μονή Δαφνίου, στην προβολή του φιλμ "Υπερρεαλιστικό happening" (1983) του Δήμου Θέου, το οποίο εστιάζει στον ελληνικό σουρεαλισμό -που είναι και σημαντική ενότητα της φετινής Μπιενάλε- με αφηγήσεις της Οικογένειας του Νίκου Εγγονόπουλου, αλλά και δηλώσεις του Νάνου Βαλαωρίτη.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η σπάνια ανώνυμη εικόνα “Three-Faced Christ” (18ος αιώνας, Ζάκυνθος;), από τη συλλογή Λοβέρδου του Μουσείου Βυζαντινής Τέχνης στην Αθήνα. Όπως ανέφερε η επιμελήτρια, πρόκειται για ένα έργο που αναζητούσε η ίδια για περίπου 15 χρόνια πριν καταφέρει να ενταχθεί στην έκθεση, γεγονός που υπογραμμίζει τον αρχειακό και ερευνητικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης ενότητας. Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και μέσα από τη θεωρητική προσέγγιση του Νίκου Κάλα, ο οποίος τη συνδέει με μια ψυχαναλυτική ανάγνωση του πολλαπλού εαυτού, όπου η μορφή του «τρισυπόστατου» δεν λειτουργεί μόνο θεολογικά, αλλά μπορεί να ιδωθεί και ως σχηματισμός ταυτότητας σε διαρκή διαίρεση και συνύπαρξη. Με αυτόν τον τρόπο, το αρχειακό αντικείμενο μεταφέρεται από το ιστορικό του πλαίσιο, σε ένα πεδίο σύγχρονης ερμηνείας.
Info
Hμερομηνίες κύριας έκθεσης: 23 Μαΐου -5 Ιουλίου 2026
Κύριοι χώροι: Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης – Helexpo Περίπτερα 2 & 3, 54636 Θεσσαλονίκη, MOMUS-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Εγνατία 154 (εγκαταστάσεις ΔΕΘ–Helexpo), 54636 Θεσσαλονίκη, Λιμνοθάλασσα Καλοχωρίου, Εθνικό Πάρκο Δέλτα Αξιού, 57009 Θεσσαλονίκη
Main photo: Thessaloniki Biennale of Contemporary Art/Facebook
