Είναι από τους ανθρώπους που η πηγαία αισιοδοξία, η παιδικότητα και η απλότητά τους σε κερδίζουν από την αρχή. Νιώθεις άνετα και ξέρεις ότι η συζήτησή σας θα έχει βάθος αλλά και χιούμορ. Ο Γιώργος Χρυσοστόμου είναι αυτή η προσωπικότητα.
Στη δεύτερη συνάντησή μας, αυτή τη φορά τετ α τετ στη σκηνή του Radio City, μου πήγε την κουβέντα μας ακόμη ένα βήμα παραπέρα. Αφορμή η παράσταση «Τέλος του Παιχνιδιού» του Σάμουελ Μπέκετ, σε σκηνοθεσία Μάκη Παπαδημητρίου, που παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη και συνεχίζεται επιτυχημένα μέχρι την Κυριακή.
Το έργο βάζει στο μικροσκόπιο τις σχέσεις μεταξύ εξάρτησης και ελευθερίας, το αίσθημα του «τελειώνει» και την αντιφατική ανάγκη για νόημα σε έναν κόσμο που μοιάζει να έχει σταματήσει. Ένα θέατρο που συνδυάζει χιούμορ και βαθιά υπαρξιακή ένταση. Δεν θα γινόταν να μην στεκόμασταν εκεί.
Ποια τα συναισθήματά σας λίγο πριν βγείτε στη σκηνή;
Παρόλο που έχει περάσει αρκετός καιρός, υπάρχει πάντα, μια μικρή αγωνία. Σα να βγαίνεις σε πρώτο ραντεβού! Όχι όμως πολύ έντονη, τύπου να τρέμεις, κάτι το οποίο μου συνέβαινε βέβαια τον στην αρχή. Τώρα υπάρχει μια λαχτάρα-αγωνία-προσμονή, γιατί το πώς θα πάει μια παράσταση είναι ρουλέτα. Οι θεατές και εμείς οι ηθοποιοί έχουμε συνεννοηθεί για το τι θα κάνουμε και το γνωρίζουμε, μιλάμε για κάτι πολύ ζωντανό, δεν είναι κινηματογράφος. Η αδρεναλίνη κυριαρχεί. Για μένα, μέσα μου, πριν ανέβω στη σκηνή υπάρχει μια ιεροτελεστία. Πετάω οτιδήποτε δεν έχει νόημα εκείνη τη στιγμή. Δεν φταίνε και οι υπόλοιποι σε κάτι που εγώ έχω θέματα! (Γέλιο!) Αυτό λειτουργεί και διαλογιστικά, γιατί τώρα, και να ήθελα, δεν μπορώ να πάω να πληρώσω την εφορία, για παράδειγμα. Και υπάρχει φυσικά και το αίσθημα ευθύνης, ότι θα έρθει κόσμος από το σπίτι του για μένα, κάτι που ταυτόχρονα μου δίνει και χαρά. Ειδικά στην παράσταση αυτή, χαίρομαι πάντα και για το ποιον από τους ανθρώπους της παραγωγής θα δω στο καμαρίνι. Και κάνω ότι δεν θα μου συμβεί αυτό που μου συμβαίνει στην παράσταση. Γιατί ταυτίζομαι σε κάποιες ατάκες με τον ήρωα που υποδύομαι και στενοχωριέμαι. Παρόλο που ο Μπέκετ δεν γράφει για μένα αλλά για όλους τους ανθρώπους, έχει κάποιες ατάκες που με «τσιμπάνε». Όπως η φράση «Δεν έχω ζήσει μια στιγμή ευτυχίας».

Ποια είναι αυτή η ιεροτελεστία που ακολουθείτε;
OCD θα το πουν κάποιοι, ιεροτελεστία κάποιοι άλλοι κι αφορά την τακτοποίηση. Δηλαδή, θα τακτοποιήσω τον χώρο μου, τη γωνία μου, θα κρεμάσω ωραία τα ρούχα και το κοστούμι μου. Ίσως αυτή τη διαδικασία να την έχω «κλέψει» από τότε που ήμουν μικρός και πήγαινα στην εκκλησία. Θυμάμαι ότι ήθελα να βλέπω τι γίνεται μέσα. Αυτήν την τετραγωνοποιημένη και ήσυχη διαδικασία του ιερέα που κούμπωνε το πανί. Οπότε σκέφτομαι μήπως το DNA μου πήρε αυτήν την ιεροτελεστία, η οποία πάντα με ησυχάζει. Επίσης, πάντα θα κοιτάξω λιγάκι, πάντα στα πονηρά, τον κόσμο μέσα από την κουρτίνα. Μου αρέσει, γιατί έτσι τους γνωρίζω με κάποιον τρόπο.
Τι είναι αυτό που σας «τράβηξε» σε αυτήν την παράσταση;
Πρώτα απ’ όλα ήταν το πλαίσιο «Μάκης Παπαδημητρίου – Θέατρο Ιλίσια» στην Αθήνα, γιατί από εκεί ξεκίνησε. Στην αρχή με ρώτησαν «θέλετε να δουλέψετε με τον Μάκη;» και είπα ναι! Και μετά, στο ψάξιμο για το τι παράσταση θα γίνει, έπεσε η ιδέα για το συγκεκριμένο έργο. Αρχικά τρόμαξα γιατί το είχαμε κάνει στη σχολή και δεν το κατάλαβα. Μετά κατάλαβα ότι ούτε τώρα κατάλαβα! (Γέλιο!) Αλλά εμπιστεύτηκα πολύ τον Μάκη, που κατάλαβε ότι δεν χρειάζεται να καταλάβω, αλλά μόνο να νιώσω. Και αφέθηκα σε αυτό. Εγώ δεν ξέρω πολλά από κείμενα. Αλλά όλα τα έργα είναι σαν πίνακες ζωγραφικής. Κάποια έχουν ξεκάθαρο το τοπίο και το ποιος κάνει τι. Και κάποια άλλα έχουν πεταμένα τα χρώματα πάνω τους και ό,τι νιώσεις. Η συγκεκριμένη παράσταση είναι αυτός ο πίνακας. Έτσι είναι η ποίηση, που πάλι δεν έχω ιδέα, δεν έχω διαβάσει, αλλά καταλαβαίνω. Είναι σαν να προσπαθείς να καταλάβεις τι μουσική ακούς. Απλώς άκουσέ την.
Τι είναι για εσάς ο Μπέκετ;
Σε αυτή τη φάση, τουλάχιστον, τον λέω «μέντορα!». Και λέω σε αυτή τη φάση, γιατί αυτά τα έργα, τα διαισθητικά, τα καρμικά, κάπως ερχόντουσαν και μου απαντούσαν και εξηγούσαν πράγματα που προηγούνταν ή έπονταν ή κυριαρχούσαν στη διάρκεια μιας παράστασης. Ο συγκεκριμένος ήρθε σε μια φάση που τον διάλεξε το σύστημα -ή όποιος βρίσκεται πίσω από αυτό, δεν είμαι μοιρολάτρης- και τον έστειλε για να μου εξηγήσει ότι πρέπει να έρθω σε επαφή με κάποια προσωπικότητα δική μου που ήταν πολύ παλιά. Κάνω ενδοσκόπηση ασυνείδητα. Χαίρομαι που με τίμησε ο Μπέκετ για να παίξω κάτι δικό του. Κάπως έτσι το νιώθω. Δεν τον διάλεξα εγώ. Αλλιώς θα με έριχναν από τη σκηνή! (Γέλιο!) Ξέρει αυτός. Και οι τραγωδίες το ξέρουν. Υπάρχουν κάποια έργα που σου λένε «Πήγαινε, δεν είναι η ώρα σου, έλα σε οχτώ χρόνια!». Το ξέρω, το έχω συναντήσει και με άλλα κείμενα. Ως νέος ηθοποιός λες «Α, θα παίξω αυτό!». Είσαι σίγουρος ότι μπορείς να έρθεις σε deal με κάτι μεγάλο όπως αυτό; Εγώ νιώθω ότι ήμουν έτοιμος για τη συνάντηση αυτή, αλλά για να μην λέμε μεγάλα λόγια, θα το διαπιστώσουμε μετά το πέρας των παραστάσεων τελικά. Γιατί αν πω ναι τώρα, θα το ακούσει εκείνος.

Μέσα από αυτήν την ενδοσκόπηση τι ανακαλύψατε για τον εαυτό σας;
Δικαιολόγησα αρκετά πράγματα μέσα μου σχετικά με το πόσο άδικος ήμουν με μένα και με τους ανθρώπους. Έχω αρχίσει να έχω λίγο περισσότερη κατανόηση πρώτα προς τον ανήλικο εαυτό μου και μετά προς αρκετούς ανθρώπους. Ακόμη και σε ένα μικρό περιστατικό στον δρόμο. Να πω κάτι και μετά να σκεφτώ «Αυτός δεν ξέρεις από πού ήρθε!». Έχω αρχίσει να έχω λίγο περισσότερη ενσυναίσθηση. Και όσο συνειδητοποιούμε ότι την αποκτούμε, τόσο παρατηρούμε τη μεγάλη έλλειψή της γύρω μας. Αυτό είναι μια κατάρα!
Ο Μπέκετ είναι επίκαιρος; Θίγει αυτά τα ζητήματα;
Δεν είναι επίκαιρος με την έννοια των καταστάσεων των κοινωνικοπολιτικών. Αλλά ασχολείται με πράγματα τα οποία είναι βαθιά και διαχρονικά. Δεν είναι επίκαιρη η εξάρτηση στις σχέσεις, το θέμα «ο καθένας με τους γονείς του», το ποιος υπηρετεί ποιον σε ένα σύστημα ή το τι θα κάνουμε με τον θάνατο; Εγώ ρωτάω, και έτσι παιδικά, σε θεατρολόγους: Αυτός όταν το έγραφε, εκεί που καθόταν είπε «θα γράψω κάτι για το οποίο θα ασχολούνται ψυχίατροι και ψυχοθεραπευτές και αναλυτές για το υπόλοιπο της ζωής μας»; Γιατί αυτός απλά γράφει. Άρα νομίζω ότι υπάρχει ένα θεόσταλτο σήμα και αυτός παθαίνει κάτι σαν έμπνευση και γράφει κάτι για το οποίο θα μιλάμε μετά από χρόνια. Όπως ο Οιδίποδας. Γιατί είναι τέτοιας κατηγορίας έργο. Μην πέσουν οι αρχαίοι να με φάνε! (Γέλιο!)
Αν θα σας ερχόταν μετά από χρόνια μια λέξη ή αίσθηση για αυτήν την παράσταση, ποια θα ήταν αυτή;
Εγώ έχω στο μυαλό μου όλο το πακέτο, όχι μόνο την παράσταση. Θα έχω μια γλυκιά μελαγχολία. Γιατί παίζω και ζευγάρι με αυτό το παλικάρι, τον Μάκη. Θα είναι κάπως γκρι, ένα γλυκό γκρι.
Τι σημαίνει το γκρι για εσάς; Παρατηρώ και από τις επιλογές στα ρούχα σας ότι ίσως το αγαπάτε...
Μόνο γκρι και μαύρα φοράω! Μόνο το καλοκαίρι φοράω λευκό κάποιες φορές, αλλά είμαι σαν ιδιοκτήτης κότερου και δεν μου αρέσει καθόλου αυτό! (Γέλιο!) Κάποιος θα με έλεγε «Συννεφιασμένη Κυριακή!». Έχω μεγαλώσει και σε γκρι πλαίσιο, στη Ρόδο. Εκεί, στους επτά μήνες είναι έτσι, βροχερός ο καιρός. Το καλοκαίρι το ξεχνάς, είναι πιο μικρό και είναι συννεφιά. Μου είναι οικείο το γκρι. Δεν είμαι πολύ του χρώματος.

Εξαρτάται πόσο γρήγορα μεταβολίζει ο καθένας το έργο. Αυτό συμβαίνει σε όλες τις παραστάσεις. Έχει πολύ ενδιαφέρον, γιατί μπορεί να πάρεις μια αντίδραση τύπου «Δεν κατάλαβα!» με στόμφο, αλλά ταυτόχρονα «Στενοχωρήθηκα», ή αντίδραση έντονου κλάματος. Ένα feedback λοιπόν που έχουμε είναι ή «δεν κατάλαβα τίποτα» ή «μπήκα τελείως μέσα». Έχει να κάνει με το πόσο ανοιχτό κανάλι έχει κάποιος μέσα του. Εννοώ σε τι φάση ζωής τον έχει πετύχει αυτή η παράσταση. Όπως σοφά έχει πει μια φίλη μου: «Αν δεν έχεις πάθει κάποια πράγματα, αν δεν έχεις ματαιωθεί για κάτι, άσχετα σε ποια ηλικία θα σε βρουν, δεν μπορείς να κουμπώνεις με αυτήν την παράσταση». Και το καταλαβαίνω ότι έχει δίκιο. Δεν ζητάμε σώνει και ντε από τον κόσμο να ματαιωθεί, αλλά αυτό που γράφει ο Μπέκετ ως dark comedy είναι κάτι που πραγματικά γελάς πάνω από έναν τάφο. Είναι φυσική άμυνα. Όπως αναφέρει ο ίδιος: «Γελάω για να αντέξω». Εγώ χαίρομαι γιατί ο κόσμος ήρθε και έρχεται και, παρόλο που δυσκολεύεται, αυτό για μένα είναι πολύ συγκινητικό. Γιατί βλέπεις μια ασυνείδητη προσπάθεια να περάσει ένα μονοπάτι. Γιατί το κοινό είναι εξελισσόμενο, όπως είναι το θέατρο, όπως είναι οι ηθοποιοί. Δυστυχώς, για να περάσουμε όλοι στην επόμενη φάση, περνάμε από κάτι που δεν καταλαβαίνουμε εκείνη τη στιγμή τι είναι. Χρειάζεται να το μεταβολίσουμε πρώτα. Και αυτό συμβαίνει σε πολύ κόσμο που λέει μετά από μια εβδομάδα «Τώρα μου ήρθε η ιδέα!». Έτσι είναι αυτά τα έργα. Θέλουν εμπιστοσύνη στο τι γίνεται εκείνη την ώρα.
Σε έναν κόσμο που μοιάζει να τρέχει συνεχώς μπροστά, αυτή η παράσταση είναι μια υπενθύμιση να θυμόμαστε ή να ξεχνάμε;
Αυτή η παράσταση τραβάει χειρόφρενο σε όλα αυτά που περιγράψατε. Ο κόσμος έρχεται με εδώ με τον ρυθμό «Τι θα γίνει; Δεν θα πάμε παρακάτω; Δεν θα κλείσει το σκρολάρισμα;».
Το θέατρο πάντα είναι απέναντι από κάτι που συμβαίνει. Παλιότερα ο κόσμος πήγαινε στο θέατρο και έτρωγε ή διάβαζε εφημερίδα. Κάναμε πολύ καιρό για να εκπαιδευτούν όλοι μαζί ότι τώρα θα είμαστε παρόντες σε μια άλλη ιεροτελεστία. Το ότι κάποιος είναι πάνω από το κινητό δεν σημαίνει ότι είναι αδιάφορος, ας μην το δαιμονοποιούμε. Αλλά στους γρήγορους ρυθμούς που ζούμε, δηλαδή ο άλλος για να έρθει να δει την παράσταση έχει σχολάσει, να παρκάρει, να τσαντιστεί, να πιει ουίσκι, να πάρει εισιτήριο. Για να πέσουν οι ρυθμοί του χρειάζεται τουλάχιστον μισή ώρα. Είμαστε όλοι έτσι. Και το έργο τραβάει χειρόφρενο. Ο σκηνοθέτης έχει βάλει και έναν ήχο προς το τέλος. Μοιάζει με λέβητα που δουλεύει και δεν εκτονώνεται. Και είναι όλοι «Δεν θα σκάσει;». Και δεν σκάει. Γιατί έτσι θέλει ο Μπέκετ. Να μην εκραγεί τίποτα. Να μείνουμε στο παρά πέντε του ηφαιστείου. Δεν θα γίνει ο σεισμός. Αυτό μπλοκάρει το μυαλό. Έχει πολλή αντίσταση. Δεν υπάρχει εκτόνωση, περιμένουμε τον θάνατο. Και σε κάνει να σκεφτείς και πιο μετά. Και στην Αθήνα το βλέπουμε. Πολλοί από το κοινό θα συζητήσουν μετά. Αυτό είναι δώρο για την ψυχή.
Πώς θα προσκαλούσατε κάποιον για να έρθει να δει την παράσταση;
Δεν θα του υποσχεθώ κάτι συγκεκριμένο. Τι να του πω; «Έλα να περάσεις καλά;». Ή να του πω «έλα να δεις ένταση», όπως έλεγαν παλιά. Θα του πω «έλα να νιώσεις κάτι, αλλά δεν μπορώ να πω τι».
Μια λέξη που κρατάτε από αυτήν την παράσταση…
«Δρόμος». Με ό,τι τον συνδέει ο καθένας. Αυτή είναι η μαγεία των λέξεων.
Σκηνοθεσία: Μάκης Παπαδημητρίου
Μετάφραση: Κ. Σκαλιόρας
Κίνηση- Βοηθός Σκηνοθέτη: Σεσίλ Μικρούτσικου
Σκηνικά- Κοστούμια: Ηλένια Δουλαδίρη
Φωτισμοί: Ιωάννα Αθανασίου - Τάσος Παλαιορούτας
Sound Design: Σταύρος Γασπαράτος
Φωτογραφίες : Γιώργος Καπλανίδης
Παίζουν:
Χαμ: Μάκης Παπαδημητρίου
Κλοβ: Γιώργος Χρυσοστόμου
Ναγκ: Δημήτρης Ντάσκας
Νελ: Φραγκίσκη Μουστάκη
.................................................
Info: Radio City, Φάληρο, Λεωφ. Βασ. Όλγας 11, Παρασκευοπούλου 9.
Τελευταίες παραστάσεις: Παρασκευή 27 & Σάββατο 28/03 στις 21:00. Κυριακή 29/03 στις 18:00.
