Δε συμβαίνει συχνά ένας Έλληνας -insider στον χώρο της μουσικής- να συμμετέχει σε μια από τις πιο πολυσυζητημένες κινηματογραφικές παραγωγές των τελευταίων ετών. Ακόμη πιο σπάνιο είναι αυτό να συμβαίνει μέσα από τον ήχο ενός αρχαίου ελληνικού οργάνου. Το όνομα της Ρόζας Φραγκοράπτη βρέθηκε στο επίκεντρο των τελευταίων ημερών, λίγο μετά την κυκλοφορία της νέας ταινίας «Οδύσσεια» του Christopher Nolan, όπου η λύρα της έγινε μέρος της μουσικής που υπογράφει ο βραβευμένος με Όσκαρ Ludwig Göransson.
Με αφορμή αυτήν τη μοναδική συνεργασία, μιλά για την εμπειρία της, τη θέση της αρχαίας ελληνικής μουσικής στη σύγχρονη δημιουργία, το προσωπικό της όραμα, αλλά και για τη Θεσσαλονίκη που εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς της.
Ας ξεκινήσουμε από την αφορμή της κουβέντας μας... Πώς προέκυψε η πρόταση για την Οδύσσεια του Christopher Nolan;
Η πρόταση ήρθε χωρίς να γνωρίζω εξαρχής τι ακριβώς ήταν το project, αφού όλα γίνονταν με κωδικό όνομα. Μόνο στο στούντιο έμαθα ότι επρόκειτο για την Οδύσσεια του Christopher Nolan, κάτι που φυσικά ήταν μεγάλη έκπληξη και μια πολύ ξεχωριστή καλλιτεχνική εμπειρία.

Τι σημαίνει για εσάς το γεγονός ότι ένα αρχαίο όργανο «μιλά» μέσα από μια νέα, παγκόσμια κινηματογραφική υπερπαραγωγή;
Ότι ο αρχαίος ήχος παύει να είναι μόνο αντικείμενο μελέτης και γίνεται ξανά φορέας νοήματος στο παρόν, μέσα σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο που του επιτρέπει να αναπνεύσει και να ακουστεί αλλιώς.
Η Οδύσσεια είναι ένα έργο τόσο συνδεδεμένο με την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά. Νιώσατε κάποιο ιδιαίτερο βάρος ή ευθύνη γνωρίζοντας ότι η δική σας συμβολή θα αποτελούσε μέρος αυτής της αφήγησης;
Ναι, υπήρχε ευθύνη, όχι γιατί η Οδύσσεια χρειάζεται κάποια επιβεβαίωση, αλλά γιατί κάθε σύγχρονη παρέμβαση πάνω της πρέπει να είναι ακριβής ως προς τον δικό της ρόλο. Το ζητούμενο δεν είναι να προσθέσεις βάρος σε ένα ήδη ισχυρό έργο, αλλά να βρεις τον σωστό τρόπο να σταθείς δίπλα του.

Πώς ήταν η συνεργασία με τον Ludwig Göransson (πολυβραβευμένος Σουηδός συνθέτης, μουσικός παραγωγός και τραγουδοποιός) και την ομάδα παραγωγής;
Η συνεργασία κύλησε με έναν σπάνιο συνδυασμό σαφήνειας και ελευθερίας. Υπήρχε ένα καθαρό καλλιτεχνικό πλαίσιο, αλλά και ο απαραίτητος χώρος για να δοκιμαστούν οι εκφραστικές δυνατότητες της λύρας σε σχέση με το σύνολο της ταινίας. Από τη δική μου πλευρά, στάθηκα όσο γίνεται πιο κοντά στην ιστορική εκτέλεση του οργάνου, ενώ ο Göransson και όλη η ομάδα παραγωγής το αντιμετώπισαν με σεβασμό, ακρίβεια και πραγματικό ενδιαφέρον για το ηχόχρωμα.
Πιστεύετε ότι η επιτυχία αυτής της συνεργασίας μπορεί να ανοίξει έναν νέο δρόμο για την παρουσία της αρχαίας ελληνικής μουσικής στον διεθνή κινηματογράφο και γενικότερα στη σύγχρονη δημιουργία;
Νομίζω πως το βασικό δεν είναι ότι «αναβίωσε» η αρχαία ελληνική μουσική με την αυστηρή, ιστορική έννοια, αλλά ότι αρχαία ελληνικά όργανα απέκτησαν χώρο μέσα σε μια σύγχρονη κινηματογραφική γραφή. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί ανοίγει μια συζήτηση όχι μόνο για το παρελθόν τους, αλλά και για τις δυνατότητες που έχουν ως ζωντανά ηχητικά εργαλεία στο παρόν.

Και μετά από αυτήν την εμπειρία, ποιο είναι το προσωπικό σας όνειρο; Υπάρχει κάποιο έργο, μια συνεργασία ή μια καλλιτεχνική ιδέα που θα θέλατε να πραγματοποιήσετε τα επόμενα χρόνια;
Αυτό που θα ήθελα είναι να συνεχίσω να καλλιεργώ το Echo (ΗΧΩ) Ensemble μαζί με τον Callum Armstrong, το σχήμα μέσα από το οποίο δουλεύουμε πάνω στην αρχαία ελληνική μουσική με αυλό και λύρα. Μας ενδιαφέρει αυτός ο διάλογος ανάμεσα στην έρευνα και την πράξη, ώστε τα όργανα να μη μένουν μόνο στο πεδίο της μελέτης, αλλά να αποκτούν μια ζωντανή, σύγχρονη παρουσία. Αν έπρεπε να το συνοψίσω ως προσωπικό όραμα για τα επόμενα χρόνια, θα έλεγα ότι αφορά ακριβώς στη συνέχιση και στη διεύρυνση αυτής της δουλειάς, μέσα από έργα και συνεργασίες που θα δίνουν νέα πνοή σε αυτό το υλικό.
Αλήθεια, τι είναι αυτό που αγαπάτε περισσότερο στη δουλειά σας και τι σημαίνει για εσάς η μουσική;
Αυτό που αγαπώ περισσότερο στη δουλειά μου είναι ακριβώς ότι δεν τη βιώνω ως «δουλειά». Η μουσική με γοητεύει γιατί είναι μια τέχνη άυλη και, παρ' όλα αυτά, από τις πιο άμεσες στην επίδρασή της. Δεν έχει σώμα, δεν έχει υλικότητα, αλλά αγγίζει κάτι βαθιά εσωτερικό, σχεδόν άρρητο. Για μένα, αυτό είναι ακριβώς το πιο συναρπαστικό: ότι μπορεί να μετακινεί τον άνθρωπο χωρίς να χρειάζεται να τον εξηγήσει.

Πώς θα περιγράφατε τον ήχο της λύρας σε κάποιον που δεν την έχει ακούσει ποτέ; Είναι ένας ήχος που περισσότερο αφηγείται, θεραπεύει ή συγκινεί;
Η λύρα έχει έναν ήχο λιτό, αλλά εξαιρετικά εύγλωττο. Δεν επιβάλλεται, δεν κατακλύζει· αντίθετα, ανοίγει ένα πεδίο ακρόασης όπου η συνομιλία και η συγκίνηση συνυπάρχουν σχεδόν αβίαστα. Θα έλεγα ότι ακριβώς αυτή η αμεσότητα είναι που της δίνει τη δύναμη να αγγίζει τόσο βαθιά.
Τι σας εμπνέει σήμερα, πέρα από τη μουσική;
Η οικογένειά μου, οι καθημερινές στιγμές και τα ταξίδια. Τα πράγματα που με κρατάνε σε επαφή με την πραγματικότητα και με τους ανθρώπους γύρω μου και που μου θυμίζουν τι έχει σημασία.
Ποια είναι η γειτονιά της Θεσσαλονίκης που έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά σας;
Θα έλεγα τον Φραγκομαχαλά, ή πιο σωστά, το ευρύτερο κέντρο γύρω από τη Φράγκων. Μου αρέσει γιατί σε λίγα βήματα βλέπεις τη διαπολιτισμική ιστορία της Θεσσαλονίκης να παραμένει ζωντανή.


Κάτι που καμιά άλλη πόλη δεν έχει;
Η Θεσσαλονίκη έχει το σπάνιο χάρισμα να σε κερδίζει πριν καν προλάβεις να την περπατήσεις. Συνήθως αυτό γίνεται με έναν καφέ, ένα πιάτο και μια κουβέντα που κρατά περισσότερο απ' όσο είχες υπολογίσει.
Μια γειτονιά όπου ο χρόνος μοιάζει σαν να σταματά;
Η Άνω Πόλη είναι από τα μέρη που με γυρίζουν αμέσως σε μια πιο «παλιά» Θεσσαλονίκη. Δεν είναι μόνο όμορφη, είναι και μια περιοχή που σε κάνει να περπατήσεις πιο αργά, να κοιτάξεις γύρω σου και να νιώσεις την πόλη αλλιώς, μακριά από κόρνες και αυτοκίνητα.
Μια στιγμή στην πόλη που πάντα θα θυμάστε;
Στο λύκειο, τότε που ανακάλυψα τη Θεσσαλονίκη αλλιώς. Με αφορμή εφηβικούς έρωτες, κάποιες κοπάνες και τα πιο ήσυχα σοκάκια που ψάχνεις όταν θες να χαθείς λίγο, έφτασα σε μέρη που δεν είχα προσέξει ποτέ πριν, και κάπου ανάμεσα στις βόλτες σε αυτά τα απρόσωπα σοκάκια, κατάλαβα ότι η πόλη ξέρει να κρατά τα μικρά της μυστικά.


Είναι μεσάνυχτα σε μια πόλη άδεια. Πού σας αρέσει να περπατάτε;
Στην παραλία, από τον Λευκό Πύργο προς το Μέγαρο Μουσικής.
Ένας χώρος Τέχνης που ξεχωρίζετε εδώ;
Μου αρέσει το Βυζαντινό Μουσείο, ειδικά ο εξωτερικός του χώρος, και η Ροτόντα, αλλά δεν ξέρω ποιον να διαλέξω, γιατί και οι δύο χώροι έχουν χαρακτήρα και μια σιωπηλή δύναμη που σε βάζει αμέσως σε άλλον ρυθμό.
Δεν πρέπει να φύγει κανείς από τη Θεσσαλονίκη, αν δε δοκιμάσει...
Καζάν ντιπί ή εκμέκ από τον Χατζή.
Αν η Θεσσαλονίκη ήταν τραγούδι, θα είχε τίτλο...
«Σιρόπι και βαρδάρης».
Καλοκαίρι στη Θεσσαλονίκη... Τι θεωρείτε must;
Παραλία το σούρουπο, γλυκό ή παγωτό στο κέντρο, βόλτα στο Λιμάνι και τα Λαδάδικα, καραβάκι για Περαία και Νέους Επιβάτες, θερινός κινηματογράφος και σίγουρα κάποιο φεστιβάλ.
Η δική σας Θεσσαλονίκη με τρεις λέξεις...
Λιμάνι, μεράκι, ψυχή.
Κεντρική φωτογραφία: Κωνσταντίνος Κουγιουμτζής
