Με διεθνή επιμελητική παρουσία, μακρά εμπειρία σε σημαντικούς θεσμούς και εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αλλά και σταθερή ενασχόληση με τις σχέσεις τέχνης, πολιτικής και κοινωνίας, η Νάντια Αργυροπούλου συζητά μαζί μας όσα χρειάζεται για να κάνουμε έναν ενδιαφέροντα απολογισμό για τη 9η Μπιενάλε Θεσσαλονίκης, λίγο πριν αυτή κατεβάσει αυλαία.
Όταν λέτε «όλα πρέπει να αλλάξουν», ποια είναι η πιο χειροπιαστή αλλαγή που επιχειρεί να φέρει η 9η Μπιενάλε Θεσσαλονίκης;
Προσπαθεί να μας κάνει να σκεφτούμε τη διαφορά σκέψης και συνθηματολογίας, τη σημασία της απείθαρχης, αλλά ενήμερης και πολυδιάστατης, της μη υπαγορευμένης σκέψης, την κρισιμότητα της αλληλεγγύης, το κόστος, αλλά και την απόλαυση της κινητοποίησης, της μαχητικότητας, την χαρά της αισθητικής κοινωνικότητας, το σύμπλοκο αίτημα του κοινωνικού αλλιώς. Προσπαθεί να ενεργοποιήσει δημόσιες βρύσες, να στρέψει τη φροντίδα της πόλης στους δημόσιους χώρους εντός και εκτός των αστικών ορίων, να μιλήσει με την ποίηση του ανεξάρτητου ραπ και τον τρόπο των αυτό-οργανωμένων ποδοσφαιρικών ομάδων, να μιλήσει γενναία για την γενοκτονία στην Παλαιστίνη και τον αυταρχισμό της εξουσίας που φιμώνει τα πιο αδύναμα ανάμεσά μας. Προσπαθεί να δείξει ότι το πιο συναρπαστικό στην τέχνη είναι όχι όσα βλέπει κανείς, αλλά όσα ανακαλύπτει με δέσμευση, περιέργεια και φροντίδα.
Στην πορεία της προετοιμασίας, υπήρξαν συμβιβασμοί; Πώς επηρέασαν την τελική μορφή της διοργάνωσης;
Έγιναν αρκετοί συμβιβασμοί ως προς την υλοποίηση της ιδέας και των παραμέτρων της αρχιτεκτονικής μελέτης και του φωτισμού για λόγους δυνατοτήτων του φορέα υλοποίησης, των οικονομικών και χρονικών πλαισίων, της σκληρής και άχαρης πραγματικότητας κάθε πολύπλοκης διοργάνωσης. Δεν έγιναν συμβιβασμοί στη σκέψη, την ελευθερία έκφρασης και στη συνέπεια των όσων η επιμέλεια έθεσε στο σύνολό της. Έλειψε η εκτενέστερη προβολή, το δημόσιο πρόγραμμα που θα θέλαμε, ο μεγαλύτερος χρόνος διάρκειας, η μαζικότερη ενεργοποίηση της πόλης με περισσότερες συνέργειες της Μπιενάλε 9 με την κοινωνία των πολιτών.

Η ομάδα μας ήταν πολύ μικρή και βρήκε κάθε είδους αντιστάσεις, αλλά εργάστηκε εκτός κάθε συμβατικής υποχρέωσης και συχνά ιδιαίτερα εξαντλητικά. Η πορεία υλοποίησης ήταν και είναι κομμάτι της κριτικής σκέψης που επιχειρεί να ενεργοποιήσει η Μπιενάλε 9 για τις οικονομίες και τις σχέσεις κάθε τέτοιας διοργάνωσης που είναι εξίσου σημαντικές με το περιεχόμενό τους και το συνδιαμορφώνουν. Δεν διαχειριστήκαμε το πρόβλημα των συμβιβασμών. Και δεν το κρύψαμε. Μείναμε με αυτό, το ενσωματώσαμε στο βίωμα, στο σώμα και στην ενέργεια της Μπιενάλε 9.
Οι χώροι της ΔΕΘ και του Καλοχωρίου που πραγματοποιήθηκε και μια ενδιαφέρουσα performance, έχουν πολύ έντονο συμβολισμό για τη Θεσσαλονίκη. Τι σας ενδιέφερε περισσότερο να αναδειχθεί μέσα από αυτή τη μεταφορά της τέχνης εκεί;
Δεν μεταφέραμε «τέχνη» στο Καλοχώρι και τον υδροβιότοπο. Πήγαμε, περπατήσαμε, συντονιστήκαμε στην ησυχία του, είδαμε την αστική συνθήκη απέναντι από την θέση της εκβολής των ποταμών, ακούσαμε καλά όσα ξέρουν οι εκπρόσωποι των φορέων που ασχολούνται με την επιβίωση των οικοσυστημάτων, αλλά και τους ψαράδες στις μυδοκαλλιέργειες, ενώ συνοδέψαμε το μοιρολόι του αλ(λ)όφυτου στην συνταρακτική επιτέλεση του Δημήτρη Αμελαδιώτη. Αυτή η ενσώματη και μακροσκελής επίσκεψη στον τόπο και τη συγκυρία του είναι κρίσιμη, αναντικατάστατη για την γνώση και την κατανόησή του. Είναι ένα από εκείνα τα τελετουργικά που πρέπει να διατηρηθούν και να ενισχυθούν όχι μηχανικά και ψευδο-οικολογικά, αλλά ως μέρος της ζωτικής μαρτυρίας μας για τα πράγματα. Η επιλογή της ΔΕΘ για την Μπιενάλε ήταν εξαρχής η αποφασιστική χειρονομία μετάβασης από τον συμβολισμό στο βίωμα που πρέπει να χαρακτηρίζει τις εκθέσεις, παρά τις μύριες όσες δυσκολίες είχε για την διοργάνωση. Ο δημόσιος και φορτισμένος ιστορικά, αλλά κατά βάση άχαρος αν και πολυλειτουργικός χώρος της ΔΕΘ, όπου συνυπήρχε, μη διαδραστικά με το συγκείμενο έως τώρα, και το μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, είναι πια ένα από τα πιο ενεργά πεδία κοινωνικών διεκδικήσεων και συγκρούσεων στην πόλη. Ο ευρύτερος χώρος της ΔΕθ δεν είναι απλό κέλυφος και φορέας έργων τέχνης στην περίπτωση της Μπιενάλε 9, ούτε άλλη μια από τις κινήσεις αστικού εξευγενισμού, στις οποίες δυστυχώς συμμετέχει εκούσια ή ακούσια ο κόσμος της τέχνης, αλλά μέρος όσων διακυβεύονται, συζητούνται, αλλάζουν σύμφωνα με το αιχμηρό σκεπτικό της επιμέλειας. Δεν είναι ένας χώρος που θα δανείσει το ιστορικό ή συμβολικό κύρος του στην Μπιενάλε (όπως συμβαίνει συνήθως), αλλά ένας τρόπος που συνδιαμόρφωσε, όχι μόνο την τελική της εικόνα της αλλά και -κυρίως- τα ευρύτερα αιτήματα και δύστροπα ερωτήματά της, χάρη και σε έργα που έγιναν ειδικά για τον σκοπό αυτό. Έτσι η Μπιενάλε 9 δεν «μιλά» εξ’αποστάσεως για τον δημόσιο χώρο, αλλά γίνεται μέρος του, μέρος των φωνών και των σωμάτων που τον συναποτελούν και συνέχουν.
Κάνοντας ένας πρώτο απολογισμό, τι θεωρείτε ότι είναι το πιο ουσιαστικό που έχει καταφέρει η 9η Μπιενάλε;
Να είναι ανήσυχη και ανησυχητική. Να κάνει αυτό που λέει και να είναι αυτό που κάνει.
Σε μια διοργάνωση τέτοιου μεγέθους, πού θεωρείτε ότι πραγματικά κρίνεται το αποτέλεσμα: στο καλλιτεχνικό όραμα ή στις συνθήκες που το στηρίζουν;
Στην εμπλοκή αυτών και άλλων πολλών. Στην μετατόπιση που επιτυγχάνει για όλα τα συμμετέχοντ@, συμπεριλαμβανομένου του κοινού. Στον τρόπο που θα μπει στις ιστορίες της πόλης, θεσμικές και μη, γραπτές και προφορικές, αισθητικές και κοινωνικοπολιτικές. Το αποτέλεσμα είναι κάτι παράξενο που απλώνεται σε χρόνους παλιούς και νέους. Δεν είναι γραμμικό, άμεσο και μετρήσιμο με τους τρόπους της οικονομίας, της διαφήμισης, της κυρίαρχης αφήγησης και ευτυχώς δεν ανήκει περιοριστικά σε κάποιους.
Τα ζητήματα του νερού, των κτιρίων της ΔΕΘ, του Υδροβιοτόπου του Καλοχωρίου, έχουν κεντρικό ρόλο. Πώς επιλέχθηκε να προσεγγιστούν, ώστε να μη μείνουν μόνο σε επίπεδο αναπαράστασης, αλλά να αποκτήσουν ουσιαστικό περιεχόμενο για το σήμερα;
Είναι όλα ενσωματωμένα με πολλούς τρόπους στην έκθεση, σε έργα χρονοπροσδιορισμένα και μη, στον δημόσιο λόγο και τις απευθύνσεις της Μπιενάλε 9. Ας σκεφτούμε ότι σε μια πόλη που πίνει συστηματικά από πλαστικά μπουκάλια, πείσαμε την Διοίκηση της ΔΕΘ να φτιάξει χάρτη των δημόσιων βρυσών εντός του συνολικού εύρους της των χώρων της (της οφείλουμε ευχαριστίες για αυτή τη συνέργεια), συνδεθήκαμε με το πρόγραμμα της Greenpeace για το δημόσιο αγαθό του νερού και ανατρέξαμε στα υπόγεια νερά της πόλης, αλλά και σε αυτά που την περιστοιχίζουν και δεν τυγχάνουν την προσοχή της θάλασσας και του λιμανιού της. Η περφόρμανς που άνοιξε την Μπιενάλε συνέδεσε τα παραπάνω με την γενοκτόνα βία της στέρησης νερού στην Γάζα, αλλά και τις εξτρακτιβιστικές πολιτικές που συνδέονται με την εκμετάλλευσή των υδάτινων πόρων. Η εμπλοκή μεγάλων θεμάτων με την τοπική τους διάσταση και σημασία ήταν καίριας σημασίας για την Μπιενάλε, με όποιο κόστος και ρίσκο έχει αυτό. Και έκανε την Θεσσαλονίκη πομπό και δέκτη σημάτων, ρευμάτων και νοημάτων.
Υπήρξε κάποιο έργο ή ιδέα που άλλαξε σημαντικά από την αρχική του σύλληψη μέχρι την τελική μορφή της έκθεσης;
Αρκετά. Η Μπιενάλε 9 είχε σημαντικές νέες αναθέσεις έργων σε καλλιτέχν@ από την Ελλάδα και το εξωτερικό και τα έργα αυτά διαμορφώθηκαν τόσο με επισκέψεις στην πόλη, όσο και με πολλές συζητήσεις και ζυμώσεις με την επιμέλεια. Να σημειώσουμε εδώ ότι αυτή είναι μια από τις σημαντικές παρακαταθήκες της Μπιενάλε 9, η οποία δεν είναι μια από τις περιοδεύουσες και εν πολλοίς τυποποιημένες εκθέσεις όπου συχνά καταφεύγουν οι πολιτιστικοί φορείς εκμεταλλευόμενοι την άγνοια του κοινού. Τα πρωτότυπα, σημαντικά έργα που θα ανήκουν πια στη συλλογή του MOMUS, τα βιβλία που αγοράστηκαν ή δωρήθηκαν για το έργο «Φυγές» (τα πολλά σημεία ανάγνωσης που δημιουργήθηκαν στην έκθεση) και θα μείνουν στο μουσείο, τα εξειδικευμένα υλικά φωτισμού, αλλά και άλλα που ελπίζω θα αξιοποιηθούν σε μελλοντικές διοργανώσεις, είναι μερικά από τα στοιχεία της κληρονομιάς αυτής της Μπιενάλε. Η επανάχρηση, η οικονομία των υλικών ήταν μέρος της έγνοιας της έκθεσης (έτσι αξιοποιήθηκαν και τα αεροπορικά καθίσματα και αναζητήθηκαν ήδη διαθέσιμα υλικά) ακόμα και αν δεν ήταν εφικτό ένα μεγαλύτερο πρόγραμμα σχετικά με το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της διοργάνωσης καθώς αυτό απαιτούσε και απαιτεί άλλη πολιτική, πρόβλεψη και δομή από τον ίδιο το MOMUS, τον φορέα υλοποίησης της Μπιενάλε.
Η λέξη «ριζοσπαστική» χρησιμοποιείται έντονα στη φετινή Μπιενάλε. Πώς προσπαθεί να αποτυπωθεί μέσα στην εμπειρία του επισκέπτη, πέρα από τον θεωρητικό της χαρακτήρα;
Είναι αλλιώς από τις προηγούμενες, χωρίς αυτό να έχει αξιολογικό χαρακτήρα. Πιστεύω ακράδαντα ότι τα πράγματα συμβαίνουν ανάμεσα στα έργα, στα πράγματα, στις διοργανώσεις. Με την έννοια ότι έτσι συγκροτείται ένα είδος συλλογικής χειρονομίας, γνώσης και συγγραφής, η συμποιητική διαδικασία που είναι αυτό που επαναλαμβάνεται πάντα για πρώτη φορά. Το ριζοσπαστικό δεν βρίσκεται στο ακραία και εντυπωσιακά διαφορετικό, αλλά σε αυτό που με μικρές, αλλά και με μεγαλύτερες κινήσεις αμφισβητεί και ίσως ξεθεμελιώνει αυτά που πρέπει να τελειώσουν, όσα διαιωνίζουν ένα πρέπον και προτεινόμενο που είναι βλαπτικό, άδικο και άνισο. Στην αισθητική του σαστίσματος και όχι του θεάματος που η Μπιενάλε δανείζεται από τον Jack Halberstam, τον Σουρρεαλισμό και τους Καταστασιακούς. Γνωρίζω ότι το ριζοσπαστικό είναι μια έννοια που έχει οικειοποιηθεί δόλια ο φασιστικός εξτρεμισμός, έννοια που διαστρέφει η γλώσσα της τεχνο-ολιγαρχίας και κραδαίνει η ψευδο-δημοκρατία των λίγων. Όπως πολύ ωραία έχει σημειώσει ο συνομιλητής μου στη διοργάνωση, καθηγητής T.J. Demos στο κείμενό του, είναι και αυτό ένα από τα πεδία αμφισβήτησης και διεκδίκησης. «Πρόκειται για σημεία αντίφασης όπου η αισθητική γίνεται καταστασιακή, τακτική – ένα πεδίο για αγώνα. Στο σημείο σύγκλισης τέχνης και πολιτικής, το ερώτημα δεν είναι αν είναι δυνατή η αντίσταση, αλλά πώς αυτή θα συγκροτηθεί τώρα, με ποιο κόστος, για ποιον».
Σε ποιο σημείο της διαδικασίας νιώσατε ότι η Μπιενάλε αρχίζει πραγματικά να «παίρνει μορφή»;
Δεν νομίζω ότι το έχω νιώσει ακόμα. Όταν χαράχτηκαν οι χώροι, υλοποιήθηκε η ταυτότητα, μπήκαν πράγματα στην θέση τους, όταν έγιναν πρόβες (χάρη στους Y2K, το studio Precarity, την Εβελίνα Ζέμπου, τον Μάκη Φάρο, τον Κώστα Περήφανο, την ομάδα της Ελευθερίας Ντεκώ και των ανθρώπων του MOMUS που δούλεψαν για την Μπιενάλε 9, χάρη στους δημιουργικούς εταίρους και όσες/όσους στήριξαν την διοργάνωση από θέση συνεργασίας) ένιωσα προσωρινά ότι δεν είναι απλά το χάος των συνδέσεων στο μυαλό μου, αλλά μια τρέλα με μέθοδο μέσα της, όπως λέει ο ποιητής, ή καλύτερα μια ζωντανή συλλογική σπουδή (study). Ωστόσο δεν πιστεύω ότι μια διοργάνωση σαν κι αυτή «παίρνει μορφή». Μάλλον αλλάζει πολλές και δίνει στην φαντασία και την σκέψη μας άλλες τόσες. Στην βραδιά του Rap Riot, στο τριπλό ποδόσφαιρο στον Δήμο Θέρμης, στα παιδιά που ενεργοποίησαν το έργο των Vaskos «απ’ το Βαρδάρι ως την Ομόνοια» για την κουιρ Σαλονίκη των σπουδαίων ποιητών, στις καταπληκτικές ταινίες της δράσης Moving in Riot, στη φωνή της Μάτσης, της Γώγου, των βιβλίων, στην σαρδόνια κοκκινοσκουφίτσα της Μαρίας Ηλέκτρας, στο Δέλτα του Αξιού, αλλά και στις εκβολές του ενός κτιρίου στο άλλο… σε όλα αυτά αναδύεται το συναλλογενές της διοργάνωσης αυτής, στις πυκνώσεις και στα στοιχειώματα, στις τυχαίες δυσλειτουργίες και στους αυτοσχεδιασμούς που την συνέχουν.
Αν σκεφτούμε το κοινό που περνά από όλους αυτούς τους χώρους, τι θα θέλατε να κρατήσει φεύγοντας;
Θα ήθελα να μπει στον κόπο μας, όσο εμείς μπήκαμε στον δικό του.
Info: Hμερομηνίες κύριας έκθεσης: Τελευταίες ημέρες έως 5 Ιουλίου 2026. Κύριοι χώροι: Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης – Helexpo Περίπτερα 2 & 3, 54636 Θεσσαλονίκη, MOMUS- Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Εγνατία 154 (εγκαταστάσεις ΔΕΘ–Helexpo), 54636
Κεντρικό κολάζ φωτογραφιών. Αριστερά: Νάντια Αργυροπούλου. συνέντευξη τυπου Μπιενάλε 9. Φωτογραφία: Όλγα Δέικου & Φώτης Βλαχάκης Δεξιά: Έργο της Danielle Braithway Shirley και των VASKOS. Φωτογραφία: Όλγα Δέικου & Φώτης Βλαχάκης
